HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παραβλέπω — definition

Conjugation of παραβλέπω

Regular CEFR B2
pa.ɾaˈvle.po

κάνω ότι δεν είδα κάτι λανθασμένο, αγνοώ εκούσια ένα λάθος και δείχνω επιείκεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραβλέπω
εσύ παραβλέπεις
αυτός / αυτή / αυτό παραβλέπει
εμείς παραβλέπουμε
εσείς παραβλέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλέπουν
Παρατατικός
εγώ παρέβλεπα
εσύ παρέβλεπες
αυτός / αυτή / αυτό παρέβλεπε
εμείς παραβλέπαμε
εσείς παραβλέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέβλεπαν
Αόριστος
εγώ παρέβλεψα
εσύ παρέβλεψες
αυτός / αυτή / αυτό παρέβλεψε
εμείς παραβλέψαμε
εσείς παραβλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέβλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραβλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραβλέψω
εσύ παραβλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό παραβλέψει
εμείς παραβλέψουμε
εσείς παραβλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παράβλεπε
εσείς παραβλέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παράβλεψε
εσείς παραβλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραβλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραβλέπομαι
εσύ παραβλέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παραβλέπεται
εμείς παραβλεπόμαστε
εσείς παραβλέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλέπονται
Παρατατικός
εγώ παραβλεπόμουν
εσύ παραβλεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παραβλεπόταν
εμείς παραβλεπόμασταν
εσείς παραβλεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλέπονταν
Αόριστος
εγώ παραβλέφθηκα
εσύ παραβλέφθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παραβλέφθηκε
εμείς παραβλεφθήκαμε
εσείς παραβλεφθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλέφθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραβλεφθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραβλεφθώ
εσύ παραβλεφθείς
αυτός / αυτή / αυτό παραβλεφθεί
εμείς παραβλεφθούμε
εσείς παραβλεφθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλεφθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παραβλέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παραβλέψου
εσείς παραβλεφθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραβλεφθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary