Conjugation of παραβλέπω
pa.ɾaˈvle.poκάνω ότι δεν είδα κάτι λανθασμένο, αγνοώ εκούσια ένα λάθος και δείχνω επιείκεια Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραβλέπω |
| εσύ | παραβλέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραβλέπει |
| εμείς | παραβλέπουμε |
| εσείς | παραβλέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραβλέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρέβλεπα |
| εσύ | παρέβλεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέβλεπε |
| εμείς | παραβλέπαμε |
| εσείς | παραβλέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέβλεπαν |
Αόριστος
| εγώ | παρέβλεψα |
| εσύ | παρέβλεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρέβλεψε |
| εμείς | παραβλέψαμε |
| εσείς | παραβλέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρέβλεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραβλέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραβλέψω |
| εσύ | παραβλέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραβλέψει |
| εμείς | παραβλέψουμε |
| εσείς | παραβλέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραβλέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παράβλεπε |
| εσείς | παραβλέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παράβλεψε |
| εσείς | παραβλέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραβλέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παραβλέπομαι |
| εσύ | παραβλέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραβλέπεται |
| εμείς | παραβλεπόμαστε |
| εσείς | παραβλέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραβλέπονται |
Παρατατικός
| εγώ | παραβλεπόμουν |
| εσύ | παραβλεπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραβλεπόταν |
| εμείς | παραβλεπόμασταν |
| εσείς | παραβλεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραβλέπονταν |
Αόριστος
| εγώ | παραβλέφθηκα |
| εσύ | παραβλέφθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραβλέφθηκε |
| εμείς | παραβλεφθήκαμε |
| εσείς | παραβλεφθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραβλέφθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραβλεφθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραβλεφθώ |
| εσύ | παραβλεφθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραβλεφθεί |
| εμείς | παραβλεφθούμε |
| εσείς | παραβλεφθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραβλεφθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παραβλέπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παραβλέψου |
| εσείς | παραβλεφθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραβλεφθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.