HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παραβάλλω — definition

Conjugation of παραβάλλω

Regular CEFR B2
pa.ɾaˈva.lo

παραθέτω για να κάνω σύγκριση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραβάλλω
εσύ παραβάλλεις
αυτός / αυτή / αυτό παραβάλλει
εμείς παραβάλλουμε
εσείς παραβάλλετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβάλλουν
Παρατατικός
εγώ παρέβαλλα
εσύ παρέβαλλες
αυτός / αυτή / αυτό παρέβαλλε
εμείς παραβάλλαμε
εσείς παραβάλλατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέβαλλαν
Αόριστος
εγώ παρέβαλα
εσύ παρέβαλες
αυτός / αυτή / αυτό παρέβαλε
εμείς παραβάλαμε
εσείς παραβάλατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρέβαλαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραβάλω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραβάλω
εσύ παραβάλεις
αυτός / αυτή / αυτό παραβάλει
εμείς παραβάλουμε
εσείς παραβάλετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβάλουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παράβαλλε
εσείς παραβάλλετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παράβαλε
εσείς παραβάλετε
Απαρέμφατο αορίστου
παραβάλει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παραβάλλομαι
εσύ παραβάλλεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παραβάλλεται
εμείς παραβαλλόμαστε
εσείς παραβάλλεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβάλλονται
Παρατατικός
εγώ παραβαλλόμουν
εσύ παραβαλλόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παραβαλλόταν
εμείς παραβαλλόμασταν
εσείς παραβαλλόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παραβάλλονταν
Αόριστος
εγώ παραβλήθηκα
εσύ παραβλήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παραβλήθηκε
εμείς παραβληθήκαμε
εσείς παραβληθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβλήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραβληθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραβληθώ
εσύ παραβληθείς
αυτός / αυτή / αυτό παραβληθεί
εμείς παραβληθούμε
εσείς παραβληθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παραβληθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παραβάλλεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς παραβληθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραβληθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary