Conjugation of παράγω
paˈra.ɣoγια έμφαση στις αιτίες ή τα αποτελέσματα ενός φαινομένου: έχω κάτι ως αποτέλεσμα, προξενώ ή προκαλώ (κάποιο αποτέλεσμα), είμαι η αιτία (κάποιου αποτελέσματος) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παράγω |
| εσύ | παράγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παράγει |
| εμείς | παράγουμε |
| εσείς | παράγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παράγουν |
Παρατατικός
| εγώ | παρήγα |
| εσύ | παρήγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρήγε |
| εμείς | παράγαμε |
| εσείς | παράγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρήγαν |
Αόριστος
| εγώ | παρήγαγα |
| εσύ | παρήγαγες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παρήγαγε |
| εμείς | παραγάγαμε |
| εσείς | παραγάγατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παρήγαγαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραγάγω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραγάγω |
| εσύ | παραγάγεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγάγει |
| εμείς | παραγάγουμε |
| εσείς | παραγάγετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραγάγουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παρήγε |
| εσείς | παράγετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παρήγαγε |
| εσείς | παραγάγτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραγάγει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παράγομαι |
| εσύ | παράγεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παράγεται |
| εμείς | παραγόμαστε |
| εσείς | παράγεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παράγονται |
Παρατατικός
| εγώ | παραγόμουν |
| εσύ | παραγόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραγόταν |
| εμείς | παραγόμασταν |
| εσείς | παραγόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παράγονταν |
Αόριστος
| εγώ | παράχθηκα |
| εσύ | παράχθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παράχθηκε |
| εμείς | παραχθήκαμε |
| εσείς | παραχθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παράχθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παραχθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παραχθώ |
| εσύ | παραχθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παραχθεί |
| εμείς | παραχθούμε |
| εσείς | παραχθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παραχθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παράγεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παραγάγου |
| εσείς | παραχθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παραχθεί |