HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παράγω — definition

Conjugation of παράγω

Regular CEFR C2
paˈra.ɣo

για έμφαση στις αιτίες ή τα αποτελέσματα ενός φαινομένου: έχω κάτι ως αποτέλεσμα, προξενώ ή προκαλώ (κάποιο αποτέλεσμα), είμαι η αιτία (κάποιου αποτελέσματος) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παράγω
εσύ παράγεις
αυτός / αυτή / αυτό παράγει
εμείς παράγουμε
εσείς παράγετε
αυτοί / αυτές / αυτά παράγουν
Παρατατικός
εγώ παρήγα
εσύ παρήγες
αυτός / αυτή / αυτό παρήγε
εμείς παράγαμε
εσείς παράγατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρήγαν
Αόριστος
εγώ παρήγαγα
εσύ παρήγαγες
αυτός / αυτή / αυτό παρήγαγε
εμείς παραγάγαμε
εσείς παραγάγατε
αυτοί / αυτές / αυτά παρήγαγαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραγάγω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραγάγω
εσύ παραγάγεις
αυτός / αυτή / αυτό παραγάγει
εμείς παραγάγουμε
εσείς παραγάγετε
αυτοί / αυτές / αυτά παραγάγουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παρήγε
εσείς παράγετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παρήγαγε
εσείς παραγάγτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραγάγει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παράγομαι
εσύ παράγεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παράγεται
εμείς παραγόμαστε
εσείς παράγεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παράγονται
Παρατατικός
εγώ παραγόμουν
εσύ παραγόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παραγόταν
εμείς παραγόμασταν
εσείς παραγόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παράγονταν
Αόριστος
εγώ παράχθηκα
εσύ παράχθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παράχθηκε
εμείς παραχθήκαμε
εσείς παραχθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παράχθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παραχθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παραχθώ
εσύ παραχθείς
αυτός / αυτή / αυτό παραχθεί
εμείς παραχθούμε
εσείς παραχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παραχθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παράγεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παραγάγου
εσείς παραχθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παραχθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary