HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παλεύω — definition

Conjugation of παλεύω

Regular CEFR C1
paˈle.vo

αγωνίζομαι με κάποιον, επιδιώκοντας να τον νικήσω, π.χ. με επιχειρήματα, μάχομαι εναντίον δύσκολων συνθηκών Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παλεύω
εσύ παλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό παλεύει
εμείς παλεύουμε
εσείς παλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά παλεύουν
Παρατατικός
εγώ πάλευα
εσύ πάλευες
αυτός / αυτή / αυτό πάλευε
εμείς παλεύαμε
εσείς παλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάλευαν
Αόριστος
εγώ πάλεψα
εσύ πάλεψες
αυτός / αυτή / αυτό πάλεψε
εμείς παλέψαμε
εσείς παλέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάλεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παλέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παλέψω
εσύ παλέψεις
αυτός / αυτή / αυτό παλέψει
εμείς παλέψουμε
εσείς παλέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά παλέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πάλευε
εσείς παλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάλεψε
εσείς παλέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
παλέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παλεύομαι
εσύ παλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παλεύεται
εμείς παλευόμαστε
εσείς παλεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παλεύονται
Παρατατικός
εγώ παλευόμουν
εσύ παλευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παλευόταν
εμείς παλευόμασταν
εσείς παλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παλεύονταν
Αόριστος
εγώ παλεύτηκα
εσύ παλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό παλεύτηκε
εμείς παλευτήκαμε
εσείς παλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παλεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παλευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παλευτώ
εσύ παλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό παλευτεί
εμείς παλευτούμε
εσείς παλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παλευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παλεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παλέψου
εσείς παλευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παλευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary