Conjugation of πακετάρω
pa.ceˈta.ɾoτοποθετώ αντικείμενα σε ένα κουτί ή τα τυλίγω με χαρτί, ώστε να πάρουν τη μορφή πακέτου πριν τη μεταφορά τους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πακετάρω |
| εσύ | πακετάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακετάρει |
| εμείς | πακετάρουμε |
| εσείς | πακετάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακετάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | πακετάριζα |
| εσύ | πακετάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακετάριζε |
| εμείς | πακετάραμε |
| εσείς | πακετάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακετάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | πακετάρισα |
| εσύ | πακετάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακετάρισε |
| εμείς | πακετάραμε |
| εσείς | πακετάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακετάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πακετάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πακετάρω |
| εσύ | πακετάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακετάρει |
| εμείς | πακετάρουμε |
| εσείς | πακετάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακετάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πακέταρε |
| εσείς | πακετάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πακέταρε |
| εσείς | πακετάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πακετάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πακετάρομαι |
| εσύ | πακετάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακετάρεται |
| εμείς | πακεταριζόμαστε |
| εσείς | πακετάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακετάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | πακεταριζόμουν |
| εσύ | πακεταριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακεταριζόταν |
| εμείς | πακεταριζόμασταν |
| εσείς | πακεταριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακετάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | πακεταρίστηκα |
| εσύ | πακεταρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακεταρίστηκε |
| εμείς | πακεταριστήκαμε |
| εσείς | πακεταριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακεταρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πακεταριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πακεταριστώ |
| εσύ | πακεταριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πακεταριστεί |
| εμείς | πακεταριστούμε |
| εσείς | πακεταριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πακεταριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πακετάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πακεταρίσου |
| εσείς | πακεταριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πακεταριστεί |