HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παιδεύω — definition

Conjugation of παιδεύω

Regular CEFR B1
peˈðe.vo

εξετάζω διεξοδικά κάποιο θέμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παιδεύω
εσύ παιδεύεις
αυτός / αυτή / αυτό παιδεύει
εμείς παιδεύουμε
εσείς παιδεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά παιδεύουν
Παρατατικός
εγώ παίδευα
εσύ παίδευες
αυτός / αυτή / αυτό παίδευε
εμείς παιδεύαμε
εσείς παιδεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά παίδευαν
Αόριστος
εγώ παίδεψα
εσύ παίδεψες
αυτός / αυτή / αυτό παίδεψε
εμείς παιδέψαμε
εσείς παιδέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά παίδεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παιδέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παιδέψω
εσύ παιδέψεις
αυτός / αυτή / αυτό παιδέψει
εμείς παιδέψουμε
εσείς παιδέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά παιδέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παίδευε
εσείς παιδεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παίδεψε
εσείς παιδέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
παιδέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παιδεύομαι
εσύ παιδεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παιδεύεται
εμείς παιδευόμαστε
εσείς παιδεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παιδεύονται
Παρατατικός
εγώ παιδευόμουν
εσύ παιδευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παιδευόταν
εμείς παιδευόμασταν
εσείς παιδευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παιδεύονταν
Αόριστος
εγώ παιδεύτηκα
εσύ παιδεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό παιδεύτηκε
εμείς παιδευτήκαμε
εσείς παιδευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παιδεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παιδευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παιδευτώ
εσύ παιδευτείς
αυτός / αυτή / αυτό παιδευτεί
εμείς παιδευτούμε
εσείς παιδευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παιδευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παιδεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παιδέψου
εσείς παιδευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παιδευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary