HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παζαρεύω — definition

Conjugation of παζαρεύω

Regular CEFR B2
pa.zaˈɾe.vo

διαπραγματεύομαι την τιμή ενός προϊόντος που πρόκειται ν’ αγοράσω, προσπαθώντας να την ρίξω σε χαμηλότερα επίπεδα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παζαρεύω
εσύ παζαρεύεις
αυτός / αυτή / αυτό παζαρεύει
εμείς παζαρεύουμε
εσείς παζαρεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά παζαρεύουν
Παρατατικός
εγώ παζάρευα
εσύ παζάρευες
αυτός / αυτή / αυτό παζάρευε
εμείς παζαρεύαμε
εσείς παζαρεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά παζάρευαν
Αόριστος
εγώ παζάρεψα
εσύ παζάρεψες
αυτός / αυτή / αυτό παζάρεψε
εμείς παζαρέψαμε
εσείς παζαρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά παζάρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παζαρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παζαρέψω
εσύ παζαρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό παζαρέψει
εμείς παζαρέψουμε
εσείς παζαρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά παζαρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παζάρευε
εσείς παζαρεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παζάρεψε
εσείς παζαρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
παζαρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παζαρεύομαι
εσύ παζαρεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παζαρεύεται
εμείς παζαρευόμαστε
εσείς παζαρεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παζαρεύονται
Παρατατικός
εγώ παζαρευόμουν
εσύ παζαρευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παζαρευόταν
εμείς παζαρευόμασταν
εσείς παζαρευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παζαρεύονταν
Αόριστος
εγώ παζαρεύτηκα
εσύ παζαρεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό παζαρεύτηκε
εμείς παζαρευτήκαμε
εσείς παζαρευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παζαρεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παζαρευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παζαρευτώ
εσύ παζαρευτείς
αυτός / αυτή / αυτό παζαρευτεί
εμείς παζαρευτούμε
εσείς παζαρευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παζαρευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παζαρεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παζαρέψου
εσείς παζαρευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παζαρευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary