Conjugation of παζαρεύω
pa.zaˈɾe.voδιαπραγματεύομαι την τιμή ενός προϊόντος που πρόκειται ν’ αγοράσω, προσπαθώντας να την ρίξω σε χαμηλότερα επίπεδα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παζαρεύω |
| εσύ | παζαρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζαρεύει |
| εμείς | παζαρεύουμε |
| εσείς | παζαρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζαρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | παζάρευα |
| εσύ | παζάρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζάρευε |
| εμείς | παζαρεύαμε |
| εσείς | παζαρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζάρευαν |
Αόριστος
| εγώ | παζάρεψα |
| εσύ | παζάρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζάρεψε |
| εμείς | παζαρέψαμε |
| εσείς | παζαρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζάρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παζαρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παζαρέψω |
| εσύ | παζαρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζαρέψει |
| εμείς | παζαρέψουμε |
| εσείς | παζαρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζαρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παζάρευε |
| εσείς | παζαρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παζάρεψε |
| εσείς | παζαρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παζαρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παζαρεύομαι |
| εσύ | παζαρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζαρεύεται |
| εμείς | παζαρευόμαστε |
| εσείς | παζαρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζαρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | παζαρευόμουν |
| εσύ | παζαρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζαρευόταν |
| εμείς | παζαρευόμασταν |
| εσείς | παζαρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζαρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | παζαρεύτηκα |
| εσύ | παζαρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζαρεύτηκε |
| εμείς | παζαρευτήκαμε |
| εσείς | παζαρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζαρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παζαρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παζαρευτώ |
| εσύ | παζαρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παζαρευτεί |
| εμείς | παζαρευτούμε |
| εσείς | παζαρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παζαρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παζαρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παζαρέψου |
| εσείς | παζαρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παζαρευτεί |