HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παγώνω — definition

Conjugation of παγώνω

Regular CEFR C2
paˈɣo.no

ακινητοποιώ, σταθεροποιώ, κρατώ κάτι στην ίδια κατάσταση ώστε να μη μεταβάλλεται πλέον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παγώνω
εσύ παγώνεις
αυτός / αυτή / αυτό παγώνει
εμείς παγώνουμε
εσείς παγώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά παγώνουν
Παρατατικός
εγώ πάγωνα
εσύ πάγωνες
αυτός / αυτή / αυτό πάγωνε
εμείς παγώναμε
εσείς παγώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάγωναν
Αόριστος
εγώ πάγωσα
εσύ πάγωσες
αυτός / αυτή / αυτό πάγωσε
εμείς παγώσαμε
εσείς παγώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά πάγωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παγώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παγώσω
εσύ παγώσεις
αυτός / αυτή / αυτό παγώσει
εμείς παγώσουμε
εσείς παγώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά παγώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πάγωνε
εσείς παγώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πάγωσε
εσείς παγώστε
Απαρέμφατο αορίστου
παγώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary