Conjugation of παγιώνω
pa.ʝiˈo.noδίνω σε κάτι τον χαρακτήρα του πάγιου, ενεργώ έτσι ώστε ένα πράγμα ή μια κατάσταση να παραμείνουν αμετάβλητα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παγιώνω |
| εσύ | παγιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιώνει |
| εμείς | παγιώνουμε |
| εσείς | παγιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | παγίωνα |
| εσύ | παγίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγίωνε |
| εμείς | παγιώναμε |
| εσείς | παγιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγίωναν |
Αόριστος
| εγώ | παγίωσα |
| εσύ | παγίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγίωσε |
| εμείς | παγιώσαμε |
| εσείς | παγιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παγιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παγιώσω |
| εσύ | παγιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιώσει |
| εμείς | παγιώσουμε |
| εσείς | παγιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | παγίωνε |
| εσείς | παγιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παγίωσε |
| εσείς | παγιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παγιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | παγιώνομαι |
| εσύ | παγιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιώνεται |
| εμείς | παγιωνόμαστε |
| εσείς | παγιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | παγιωνόμουν |
| εσύ | παγιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιωνόταν |
| εμείς | παγιωνόμασταν |
| εσείς | παγιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | παγιώθηκα |
| εσύ | παγιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιώθηκε |
| εμείς | παγιωθήκαμε |
| εσείς | παγιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα παγιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | παγιωθώ |
| εσύ | παγιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | παγιωθεί |
| εμείς | παγιωθούμε |
| εσείς | παγιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | παγιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | παγιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | παγιώσου |
| εσείς | παγιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | παγιωθεί |