HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← παγιώνω — definition

Conjugation of παγιώνω

Regular CEFR B1
pa.ʝiˈo.no

δίνω σε κάτι τον χαρακτήρα του πάγιου, ενεργώ έτσι ώστε ένα πράγμα ή μια κατάσταση να παραμείνουν αμετάβλητα για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παγιώνω
εσύ παγιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό παγιώνει
εμείς παγιώνουμε
εσείς παγιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά παγιώνουν
Παρατατικός
εγώ παγίωνα
εσύ παγίωνες
αυτός / αυτή / αυτό παγίωνε
εμείς παγιώναμε
εσείς παγιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά παγίωναν
Αόριστος
εγώ παγίωσα
εσύ παγίωσες
αυτός / αυτή / αυτό παγίωσε
εμείς παγιώσαμε
εσείς παγιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά παγίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παγιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παγιώσω
εσύ παγιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό παγιώσει
εμείς παγιώσουμε
εσείς παγιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά παγιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ παγίωνε
εσείς παγιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παγίωσε
εσείς παγιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
παγιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ παγιώνομαι
εσύ παγιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό παγιώνεται
εμείς παγιωνόμαστε
εσείς παγιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά παγιώνονται
Παρατατικός
εγώ παγιωνόμουν
εσύ παγιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό παγιωνόταν
εμείς παγιωνόμασταν
εσείς παγιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά παγιώνονταν
Αόριστος
εγώ παγιώθηκα
εσύ παγιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό παγιώθηκε
εμείς παγιωθήκαμε
εσείς παγιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά παγιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα παγιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ παγιωθώ
εσύ παγιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό παγιωθεί
εμείς παγιωθούμε
εσείς παγιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά παγιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς παγιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ παγιώσου
εσείς παγιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
παγιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary