Conjugation of πίνω
ˈpi.noκαπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πίνω |
| εσύ | πίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πίνει |
| εμείς | πίνουμε |
| εσείς | πίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έπινα |
| εσύ | έπινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έπινε |
| εμείς | πίναμε |
| εσείς | πίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έπιναν |
Αόριστος
| εγώ | ήπια |
| εσύ | ήπιες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ήπιε |
| εμείς | ήπιαμε |
| εσείς | ήπιατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ήπιαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πιω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πιω |
| εσύ | πιεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιει |
| εμείς | πιούμε |
| εσείς | πιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | πίνε |
| εσείς | πίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | πιες |
| εσείς | πιείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πιει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | πίνομαι |
| εσύ | πίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | πίνεται |
| εμείς | πινόμαστε |
| εσείς | πίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | πινόμουν |
| εσύ | πινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | πινόταν |
| εμείς | πινόμασταν |
| εσείς | πινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | πιώθηκα |
| εσύ | πιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιώθηκε |
| εμείς | πιωθήκαμε |
| εσείς | πιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα πιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | πιωθώ |
| εσύ | πιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | πιωθεί |
| εμείς | πιωθούμε |
| εσείς | πιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | πιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | πίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | πιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | πιωθεί |