HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← πίνω — definition

Conjugation of πίνω

Regular CEFR B1
ˈpi.no

καπνίζω καπνό ή παίρνω ναρκωτικά ή καταναλώνω οινοπνευματώδες ποτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πίνω
εσύ πίνεις
αυτός / αυτή / αυτό πίνει
εμείς πίνουμε
εσείς πίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά πίνουν
Παρατατικός
εγώ έπινα
εσύ έπινες
αυτός / αυτή / αυτό έπινε
εμείς πίναμε
εσείς πίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έπιναν
Αόριστος
εγώ ήπια
εσύ ήπιες
αυτός / αυτή / αυτό ήπιε
εμείς ήπιαμε
εσείς ήπιατε
αυτοί / αυτές / αυτά ήπιαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιω
εσύ πιεις
αυτός / αυτή / αυτό πιει
εμείς πιούμε
εσείς πιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πιουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ πίνε
εσείς πίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ πιες
εσείς πιείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πιει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ πίνομαι
εσύ πίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό πίνεται
εμείς πινόμαστε
εσείς πίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά πίνονται
Παρατατικός
εγώ πινόμουν
εσύ πινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό πινόταν
εμείς πινόμασταν
εσείς πινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά πίνονταν
Αόριστος
εγώ πιώθηκα
εσύ πιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό πιώθηκε
εμείς πιωθήκαμε
εσείς πιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά πιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα πιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ πιωθώ
εσύ πιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό πιωθεί
εμείς πιωθούμε
εσείς πιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά πιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς πίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς πιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
πιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary