HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ουρώ — definition

Conjugation of ουρώ

Regular CEFR B1
uˈro

άλλη μορφή του κατουρώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ουρώ
εσύ ουρείς
αυτός / αυτή / αυτό ουρεί
εμείς ουρούμε
εσείς ουρείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ουρούν
Παρατατικός
εγώ ουρούσα
εσύ ουρούσες
αυτός / αυτή / αυτό ουρούσε
εμείς ουρούσαμε
εσείς ουρούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ουρούσαν
Αόριστος
εγώ ούρησα
εσύ ούρησες
αυτός / αυτή / αυτό ούρησε
εμείς ουρήσαμε
εσείς ουρήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ούρησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ουρήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ουρήσω
εσύ ουρήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ουρήσει
εμείς ουρήσουμε
εσείς ουρήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ουρήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ουρείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ούρησε
εσείς ουρήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ουρήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary