HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← οσμίζομαι — definition

Conjugation of οσμίζομαι

Regular CEFR B2
oˈzmi.zo.me

μυρίζω, οσφραίνομαι Ver definición completa →

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οσμίζομαι
εσύ οσμίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό οσμίζεται
εμείς οσμιζόμαστε
εσείς οσμίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά οσμίζονται
Παρατατικός
εγώ οσμιζόμουν
εσύ οσμιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό οσμιζόταν
εμείς οσμιζόμασταν
εσείς οσμιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά οσμίζονταν
Αόριστος
εγώ οσμίστηκα
εσύ οσμίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό οσμίστηκε
εμείς οσμιστήκαμε
εσείς οσμιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά οσμίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οσμιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οσμιστώ
εσύ οσμιστείς
αυτός / αυτή / αυτό οσμιστεί
εμείς οσμιστούμε
εσείς οσμιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οσμιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οσμίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οσμίσου
εσείς οσμιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οσμιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary