Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οσμίζομαι |
| εσύ | οσμίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | οσμίζεται |
| εμείς | οσμιζόμαστε |
| εσείς | οσμίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οσμίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | οσμιζόμουν |
| εσύ | οσμιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | οσμιζόταν |
| εμείς | οσμιζόμασταν |
| εσείς | οσμιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οσμίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | οσμίστηκα |
| εσύ | οσμίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οσμίστηκε |
| εμείς | οσμιστήκαμε |
| εσείς | οσμιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οσμίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οσμιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οσμιστώ |
| εσύ | οσμιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οσμιστεί |
| εμείς | οσμιστούμε |
| εσείς | οσμιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οσμιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | οσμίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οσμίσου |
| εσείς | οσμιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οσμιστεί |