HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ορκίζω — definition

Conjugation of ορκίζω

Regular CEFR B1

παρευρίσκομαι στη διαδικασία / τελετή ορκωμοσίας κάποιου, εκφωνώ τον όρκο ή επιτηρώ τη διαδικασία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ορκίζω
εσύ ορκίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ορκίζει
εμείς ορκίζουμε
εσείς ορκίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ορκίζουν
Παρατατικός
εγώ όρκιζα
εσύ όρκιζες
αυτός / αυτή / αυτό όρκιζε
εμείς ορκίζαμε
εσείς ορκίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά όρκιζαν
Αόριστος
εγώ όρκισα
εσύ όρκισες
αυτός / αυτή / αυτό όρκισε
εμείς ορκίσαμε
εσείς ορκίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά όρκισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορκίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ορκίσω
εσύ ορκίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ορκίσει
εμείς ορκίσουμε
εσείς ορκίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ορκίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ όρκιζε
εσείς ορκίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ όρκισε
εσείς ορκίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ορκίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ορκίζομαι
εσύ ορκίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ορκίζεται
εμείς ορκιζόμαστε
εσείς ορκίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ορκίζονται
Παρατατικός
εγώ ορκιζόμουν
εσύ ορκιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ορκιζόταν
εμείς ορκιζόμασταν
εσείς ορκιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ορκίζονταν
Αόριστος
εγώ ορκίστηκα
εσύ ορκίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ορκίστηκε
εμείς ορκιστήκαμε
εσείς ορκιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ορκίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορκιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ορκιστώ
εσύ ορκιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ορκιστεί
εμείς ορκιστούμε
εσείς ορκιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ορκιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ορκίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ορκίσου
εσείς ορκιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ορκιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary