HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ορθώνω — definition

Conjugation of ορθώνω

Regular CEFR B1
oɾˈθo.no

βάζω κάτι να στέκεται όρθιο, το σηκώνω, το υψώνω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ορθώνω
εσύ ορθώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ορθώνει
εμείς ορθώνουμε
εσείς ορθώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ορθώνουν
Παρατατικός
εγώ όρθωνα
εσύ όρθωνες
αυτός / αυτή / αυτό όρθωνε
εμείς ορθώναμε
εσείς ορθώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά όρθωναν
Αόριστος
εγώ όρθωσα
εσύ όρθωσες
αυτός / αυτή / αυτό όρθωσε
εμείς ορθώσαμε
εσείς ορθώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά όρθωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορθώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ορθώσω
εσύ ορθώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ορθώσει
εμείς ορθώσουμε
εσείς ορθώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ορθώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ όρθωνε
εσείς ορθώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ όρθωσε
εσείς ορθώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ορθώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ορθώνομαι
εσύ ορθώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ορθώνεται
εμείς ορθωνόμαστε
εσείς ορθώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ορθώνονται
Παρατατικός
εγώ ορθωνόμουν
εσύ ορθωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ορθωνόταν
εμείς ορθωνόμασταν
εσείς ορθωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ορθώνονταν
Αόριστος
εγώ ορθώθηκα
εσύ ορθώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ορθώθηκε
εμείς ορθωθήκαμε
εσείς ορθωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ορθώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ορθωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ορθωθώ
εσύ ορθωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ορθωθεί
εμείς ορθωθούμε
εσείς ορθωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ορθωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ορθώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ορθώσου
εσείς ορθωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ορθωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary