Conjugation of ορθώνω
oɾˈθo.noβάζω κάτι να στέκεται όρθιο, το σηκώνω, το υψώνω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ορθώνω |
| εσύ | ορθώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορθώνει |
| εμείς | ορθώνουμε |
| εσείς | ορθώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορθώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | όρθωνα |
| εσύ | όρθωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | όρθωνε |
| εμείς | ορθώναμε |
| εσείς | ορθώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | όρθωναν |
Αόριστος
| εγώ | όρθωσα |
| εσύ | όρθωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | όρθωσε |
| εμείς | ορθώσαμε |
| εσείς | ορθώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | όρθωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ορθώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ορθώσω |
| εσύ | ορθώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορθώσει |
| εμείς | ορθώσουμε |
| εσείς | ορθώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορθώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | όρθωνε |
| εσείς | ορθώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | όρθωσε |
| εσείς | ορθώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ορθώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ορθώνομαι |
| εσύ | ορθώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορθώνεται |
| εμείς | ορθωνόμαστε |
| εσείς | ορθώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορθώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ορθωνόμουν |
| εσύ | ορθωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορθωνόταν |
| εμείς | ορθωνόμασταν |
| εσείς | ορθωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορθώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ορθώθηκα |
| εσύ | ορθώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορθώθηκε |
| εμείς | ορθωθήκαμε |
| εσείς | ορθωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορθώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ορθωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ορθωθώ |
| εσύ | ορθωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ορθωθεί |
| εμείς | ορθωθούμε |
| εσείς | ορθωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ορθωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ορθώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ορθώσου |
| εσείς | ορθωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ορθωθεί |