Conjugation of οργανώνω
oɾ.ɣaˈno.noπραγματοποιώ κάτι έχοντας προηγουμένως σκεφτεί πολύ προσεκτικά κι έχοντας φροντίσει να γίνει σωστά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οργανώνω |
| εσύ | οργανώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργανώνει |
| εμείς | οργανώνουμε |
| εσείς | οργανώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργανώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | οργάνωνα |
| εσύ | οργάνωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργάνωνε |
| εμείς | οργανώναμε |
| εσείς | οργανώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργάνωναν |
Αόριστος
| εγώ | οργάνωσα |
| εσύ | οργάνωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργάνωσε |
| εμείς | οργανώσαμε |
| εσείς | οργανώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργάνωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οργανώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οργανώσω |
| εσύ | οργανώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργανώσει |
| εμείς | οργανώσουμε |
| εσείς | οργανώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργανώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | οργάνωνε |
| εσείς | οργανώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οργάνωσε |
| εσείς | οργανώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οργανώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οργανώνομαι |
| εσύ | οργανώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργανώνεται |
| εμείς | οργανωνόμαστε |
| εσείς | οργανώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργανώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | οργανωνόμουν |
| εσύ | οργανωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργανωνόταν |
| εμείς | οργανωνόμασταν |
| εσείς | οργανωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργανώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | οργανώθηκα |
| εσύ | οργανώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργανώθηκε |
| εμείς | οργανωθήκαμε |
| εσείς | οργανωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργανώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οργανωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οργανωθώ |
| εσύ | οργανωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οργανωθεί |
| εμείς | οργανωθούμε |
| εσείς | οργανωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οργανωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | οργανώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οργανώσου |
| εσείς | οργανωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οργανωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.