HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← οργίζω — definition

Conjugation of οργίζω

Regular CEFR B1
orˈʝi.zo

προκαλώ έντονο θυμό, οργή Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οργίζω
εσύ οργίζεις
αυτός / αυτή / αυτό οργίζει
εμείς οργίζουμε
εσείς οργίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά οργίζουν
Παρατατικός
εγώ όργιζα
εσύ όργιζες
αυτός / αυτή / αυτό όργιζε
εμείς οργίζαμε
εσείς οργίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά όργιζαν
Αόριστος
εγώ όργισα
εσύ όργισες
αυτός / αυτή / αυτό όργισε
εμείς οργίσαμε
εσείς οργίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά όργισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οργίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οργίσω
εσύ οργίσεις
αυτός / αυτή / αυτό οργίσει
εμείς οργίσουμε
εσείς οργίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά οργίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ όργιζε
εσείς οργίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ όργισε
εσείς οργίστε
Απαρέμφατο αορίστου
οργίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οργίζομαι
εσύ οργίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό οργίζεται
εμείς οργιζόμαστε
εσείς οργίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά οργίζονται
Παρατατικός
εγώ οργιζόμουν
εσύ οργιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό οργιζόταν
εμείς οργιζόμασταν
εσείς οργιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά οργίζονταν
Αόριστος
εγώ οργίστηκα
εσύ οργίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό οργίστηκε
εμείς οργιστήκαμε
εσείς οργιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά οργίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οργιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οργιστώ
εσύ οργιστείς
αυτός / αυτή / αυτό οργιστεί
εμείς οργιστούμε
εσείς οργιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οργιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οργίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οργίσου
εσείς οργιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οργιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary