HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← οπλίζω — definition

Conjugation of οπλίζω

Regular CEFR B1
oˈpli.zo

κάνω τις απαραίτητες ενέργειες σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί με σκανδαλισμό ώστε να είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί άμεσα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οπλίζω
εσύ οπλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό οπλίζει
εμείς οπλίζουμε
εσείς οπλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά οπλίζουν
Παρατατικός
εγώ όπλιζα
εσύ όπλιζες
αυτός / αυτή / αυτό όπλιζε
εμείς οπλίζαμε
εσείς οπλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά όπλιζαν
Αόριστος
εγώ όπλισα
εσύ όπλισες
αυτός / αυτή / αυτό όπλισε
εμείς οπλίσαμε
εσείς οπλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά όπλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οπλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οπλίσω
εσύ οπλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό οπλίσει
εμείς οπλίσουμε
εσείς οπλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά οπλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ όπλιζε
εσείς οπλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ όπλισε
εσείς οπλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
οπλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οπλίζομαι
εσύ οπλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό οπλίζεται
εμείς οπλιζόμαστε
εσείς οπλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά οπλίζονται
Παρατατικός
εγώ οπλιζόμουν
εσύ οπλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό οπλιζόταν
εμείς οπλιζόμασταν
εσείς οπλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά οπλίζονταν
Αόριστος
εγώ οπλίστηκα
εσύ οπλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό οπλίστηκε
εμείς οπλιστήκαμε
εσείς οπλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά οπλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οπλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οπλιστώ
εσύ οπλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό οπλιστεί
εμείς οπλιστούμε
εσείς οπλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οπλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οπλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οπλίσου
εσείς οπλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οπλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary