Conjugation of οπλίζω
oˈpli.zoκάνω τις απαραίτητες ενέργειες σε έναν μηχανισμό που λειτουργεί με σκανδαλισμό ώστε να είναι έτοιμος να χρησιμοποιηθεί άμεσα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οπλίζω |
| εσύ | οπλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | οπλίζει |
| εμείς | οπλίζουμε |
| εσείς | οπλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οπλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | όπλιζα |
| εσύ | όπλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | όπλιζε |
| εμείς | οπλίζαμε |
| εσείς | οπλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | όπλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | όπλισα |
| εσύ | όπλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | όπλισε |
| εμείς | οπλίσαμε |
| εσείς | οπλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | όπλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οπλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οπλίσω |
| εσύ | οπλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | οπλίσει |
| εμείς | οπλίσουμε |
| εσείς | οπλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οπλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | όπλιζε |
| εσείς | οπλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | όπλισε |
| εσείς | οπλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οπλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οπλίζομαι |
| εσύ | οπλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | οπλίζεται |
| εμείς | οπλιζόμαστε |
| εσείς | οπλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οπλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | οπλιζόμουν |
| εσύ | οπλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | οπλιζόταν |
| εμείς | οπλιζόμασταν |
| εσείς | οπλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οπλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | οπλίστηκα |
| εσύ | οπλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οπλίστηκε |
| εμείς | οπλιστήκαμε |
| εσείς | οπλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οπλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οπλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οπλιστώ |
| εσύ | οπλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οπλιστεί |
| εμείς | οπλιστούμε |
| εσείς | οπλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οπλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | οπλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οπλίσου |
| εσείς | οπλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οπλιστεί |