HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ονομάζω — definition

Conjugation of ονομάζω

Regular CEFR C2
o.noˈma.zo

δίνω όνομα σε κάποιον ή κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ονομάζω
εσύ ονομάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ονομάζει
εμείς ονομάζουμε
εσείς ονομάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ονομάζουν
Παρατατικός
εγώ ονόμαζα
εσύ ονόμαζες
αυτός / αυτή / αυτό ονόμαζε
εμείς ονομάζαμε
εσείς ονομάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ονόμαζαν
Αόριστος
εγώ ονόμασα
εσύ ονόμασες
αυτός / αυτή / αυτό ονόμασε
εμείς ονομάσαμε
εσείς ονομάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ονόμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ονομάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ονομάσω
εσύ ονομάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ονομάσει
εμείς ονομάσουμε
εσείς ονομάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ονομάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ονόμαζε
εσείς ονομάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ονόμασε
εσείς ονομάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ονομάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ονομάζομαι
εσύ ονομάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ονομάζεται
εμείς ονομαζόμαστε
εσείς ονομάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ονομάζονται
Παρατατικός
εγώ ονομαζόμουν
εσύ ονομαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ονομαζόταν
εμείς ονομαζόμασταν
εσείς ονομαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ονομάζονταν
Αόριστος
εγώ ονομάστηκα
εσύ ονομάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ονομάστηκε
εμείς ονομαστήκαμε
εσείς ονομαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ονομάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ονομαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ονομαστώ
εσύ ονομαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ονομαστεί
εμείς ονομαστούμε
εσείς ονομαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ονομαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ονομάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ονομάσου
εσείς ονομαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ονομαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary