HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ομορφαίνω — definition

Conjugation of ομορφαίνω

Regular CEFR B2
o.moɾˈfe.no

κάνω κάτι πιο όμορφο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ομορφαίνω
εσύ ομορφαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ομορφαίνει
εμείς ομορφαίνουμε
εσείς ομορφαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ομορφαίνουν
Παρατατικός
εγώ ομόρφαινα
εσύ ομόρφαινες
αυτός / αυτή / αυτό ομόρφαινε
εμείς ομορφαίναμε
εσείς ομορφαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομόρφαιναν
Αόριστος
εγώ ομόρφυνα
εσύ ομόρφυνες
αυτός / αυτή / αυτό ομόρφυνε
εμείς ομορφύναμε
εσείς ομορφύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομόρφυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομορφύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ομορφύνω
εσύ ομορφύνεις
αυτός / αυτή / αυτό ομορφύνει
εμείς ομορφύνουμε
εσείς ομορφύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ομορφύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ομόρφαινε
εσείς ομορφαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ομόρφυνε
εσείς ομορφύντε
Απαρέμφατο αορίστου
ομορφύνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary