HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ομολογώ — definition

Conjugation of ομολογώ

Regular CEFR C1
omoloˈɣo

παραδέχομαι κάτι παράνομο που διέπραξα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ομολογώ
εσύ ομολογείς
αυτός / αυτή / αυτό ομολογεί
εμείς ομολογούμε
εσείς ομολογείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογούν
Παρατατικός
εγώ ομολογούσα
εσύ ομολογούσες
αυτός / αυτή / αυτό ομολογούσε
εμείς ομολογούσαμε
εσείς ομολογούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογούσαν
Αόριστος
εγώ ομολόγησα
εσύ ομολόγησες
αυτός / αυτή / αυτό ομολόγησε
εμείς ομολογήσαμε
εσείς ομολογήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολόγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομολογήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ομολογήσω
εσύ ομολογήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ομολογήσει
εμείς ομολογήσουμε
εσείς ομολογήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ομολογείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ομολόγησε
εσείς ομολογήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ομολογήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ομολογούμαι
εσύ ομολογείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ομολογείται
εμείς ομολογούμαστε
εσείς ομολογείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ομολογούνταν
εμείς ομολογούμασταν
εσείς [ομολογούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογούνταν
Αόριστος
εγώ ομολογήθηκα
εσύ ομολογήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ομολογήθηκε
εμείς ομολογηθήκαμε
εσείς ομολογηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομολογηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ομολογηθώ
εσύ ομολογηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ομολογηθεί
εμείς ομολογηθούμε
εσείς ομολογηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ομολογηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ομολογείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ομολογήσου
εσείς ομολογηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ομολογηθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary