Conjugation of ομαδοποιώ
o.ma.ðo.piˈoδημιουργώ ομάδες και εντάσσω μέλη σ’ αυτές Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ομαδοποιώ |
| εσύ | ομαδοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιεί |
| εμείς | ομαδοποιούμε |
| εσείς | ομαδοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | ομαδοποιούσα |
| εσύ | ομαδοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιούσε |
| εμείς | ομαδοποιούσαμε |
| εσείς | ομαδοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ομαδοποίησα |
| εσύ | ομαδοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποίησε |
| εμείς | ομαδοποιήσαμε |
| εσείς | ομαδοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ομαδοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ομαδοποιήσω |
| εσύ | ομαδοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιήσει |
| εμείς | ομαδοποιήσουμε |
| εσείς | ομαδοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ομαδοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ομαδοποίησε |
| εσείς | ομαδοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ομαδοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ομαδοποιούμαι |
| εσύ | ομαδοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιείται |
| εμείς | ομαδοποιούμαστε |
| εσείς | ομαδοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | ομαδοποιούμουν |
| εσύ | ομαδοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιούνταν |
| εμείς | ομαδοποιούμασταν |
| εσείς | [ομαδοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | ομαδοποιήθηκα |
| εσύ | ομαδοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιήθηκε |
| εμείς | ομαδοποιηθήκαμε |
| εσείς | ομαδοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ομαδοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ομαδοποιηθώ |
| εσύ | ομαδοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ομαδοποιηθεί |
| εμείς | ομαδοποιηθούμε |
| εσείς | ομαδοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ομαδοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ομαδοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ομαδοποιήσου |
| εσείς | ομαδοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ομαδοποιηθεί |