HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ομαδοποιώ — definition

Conjugation of ομαδοποιώ

Regular CEFR B2
o.ma.ðo.piˈo

δημιουργώ ομάδες και εντάσσω μέλη σ’ αυτές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ομαδοποιώ
εσύ ομαδοποιείς
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιεί
εμείς ομαδοποιούμε
εσείς ομαδοποιείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιούν
Παρατατικός
εγώ ομαδοποιούσα
εσύ ομαδοποιούσες
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιούσε
εμείς ομαδοποιούσαμε
εσείς ομαδοποιούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιούσαν
Αόριστος
εγώ ομαδοποίησα
εσύ ομαδοποίησες
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποίησε
εμείς ομαδοποιήσαμε
εσείς ομαδοποιήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποίησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομαδοποιήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ομαδοποιήσω
εσύ ομαδοποιήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιήσει
εμείς ομαδοποιήσουμε
εσείς ομαδοποιήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ομαδοποιείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ομαδοποίησε
εσείς ομαδοποιήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ομαδοποιήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ομαδοποιούμαι
εσύ ομαδοποιείσαι
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιείται
εμείς ομαδοποιούμαστε
εσείς ομαδοποιείστε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιούνται
Παρατατικός
εγώ ομαδοποιούμουν
εσύ ομαδοποιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιούνταν
εμείς ομαδοποιούμασταν
εσείς [ομαδοποιούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιούνταν
Αόριστος
εγώ ομαδοποιήθηκα
εσύ ομαδοποιήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιήθηκε
εμείς ομαδοποιηθήκαμε
εσείς ομαδοποιηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ομαδοποιηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ομαδοποιηθώ
εσύ ομαδοποιηθείς
αυτός / αυτή / αυτό ομαδοποιηθεί
εμείς ομαδοποιηθούμε
εσείς ομαδοποιηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ομαδοποιηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ομαδοποιείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ομαδοποιήσου
εσείς ομαδοποιηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ομαδοποιηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary