Conjugation of ολισθαίνω
βαθμιαία αλλάζω προς το χειρότερο, σταδιακά αλλάζει η κατάστασή μου προς μια αρνητική κατάληξη Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ολισθαίνω |
| εσύ | ολισθαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ολισθαίνει |
| εμείς | ολισθαίνουμε |
| εσείς | ολισθαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ολισθαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ολίσθαινα |
| εσύ | ολίσθαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ολίσθαινε |
| εμείς | ολισθαίναμε |
| εσείς | ολισθαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ολίσθαιναν |
Αόριστος
| εγώ | ολίσθησα |
| εσύ | ολίσθησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ολίσθησε |
| εμείς | ολισθήσαμε |
| εσείς | ολισθήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ολίσθησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ολισθήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ολισθήσω |
| εσύ | ολισθήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ολισθήσει |
| εμείς | ολισθήσουμε |
| εσείς | ολισθήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ολισθήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ολίσθαινε |
| εσείς | ολισθαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ολίσθησε |
| εσείς | ολισθήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ολισθήσει |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.