HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ολισθαίνω — definition

Conjugation of ολισθαίνω

Regular CEFR B2

βαθμιαία αλλάζω προς το χειρότερο, σταδιακά αλλάζει η κατάστασή μου προς μια αρνητική κατάληξη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ολισθαίνω
εσύ ολισθαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ολισθαίνει
εμείς ολισθαίνουμε
εσείς ολισθαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ολισθαίνουν
Παρατατικός
εγώ ολίσθαινα
εσύ ολίσθαινες
αυτός / αυτή / αυτό ολίσθαινε
εμείς ολισθαίναμε
εσείς ολισθαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ολίσθαιναν
Αόριστος
εγώ ολίσθησα
εσύ ολίσθησες
αυτός / αυτή / αυτό ολίσθησε
εμείς ολισθήσαμε
εσείς ολισθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ολίσθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ολισθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ολισθήσω
εσύ ολισθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ολισθήσει
εμείς ολισθήσουμε
εσείς ολισθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ολισθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ολίσθαινε
εσείς ολισθαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ολίσθησε
εσείς ολισθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ολισθήσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary