HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← οικονομώ — definition

Conjugation of οικονομώ

Regular CEFR B2
i.ko.noˈmo

προσπορίζω, βρίσκω κάτι και το παρέχω σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οικονομώ
εσύ οικονομείς
αυτός / αυτή / αυτό οικονομεί
εμείς οικονομούμε
εσείς οικονομείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομούν
Παρατατικός
εγώ οικονομούσα
εσύ οικονομούσες
αυτός / αυτή / αυτό οικονομούσε
εμείς οικονομούσαμε
εσείς οικονομούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομούσαν
Αόριστος
εγώ οικονόμησα
εσύ οικονόμησες
αυτός / αυτή / αυτό οικονόμησε
εμείς οικονομήσαμε
εσείς οικονομήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονόμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οικονομήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οικονομήσω
εσύ οικονομήσεις
αυτός / αυτή / αυτό οικονομήσει
εμείς οικονομήσουμε
εσείς οικονομήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οικονομείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οικονόμησε
εσείς οικονομήστε
Απαρέμφατο αορίστου
οικονομήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οικονομούμαι
εσύ οικονομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό οικονομείται
εμείς οικονομούμαστε
εσείς οικονομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό οικονομούνταν
εμείς οικονομούμασταν
εσείς [οικονομούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομούνταν
Αόριστος
εγώ οικονομήθηκα
εσύ οικονομήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό οικονομήθηκε
εμείς οικονομηθήκαμε
εσείς οικονομηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οικονομηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οικονομηθώ
εσύ οικονομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό οικονομηθεί
εμείς οικονομηθούμε
εσείς οικονομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οικονομηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οικονομείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οικονομήσου
εσείς οικονομηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οικονομηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary