Conjugation of οικονομάω
i.ko.noˈma.oto economies elsewhere have enabled extra expenditure Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οικονομάω (→ κονομάω¹) & οικονομώ |
| εσύ | οικονομάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομάει |
| εμείς | οικονομάμε |
| εσείς | οικονομάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομάvε |
Παρατατικός
| εγώ | οικονομούσα |
| εσύ | οικονομούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομούσε |
| εμείς | οικονομούσαμε |
| εσείς | οικονομούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομούσαν |
Αόριστος
| εγώ | οικονόμησα |
| εσύ | οικονόμησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονόμησε |
| εμείς | οικονομήσαμε |
| εσείς | οικονομήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονόμησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οικονομήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οικονομήσω |
| εσύ | οικονομήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομήσει |
| εμείς | οικονομήσουμε |
| εσείς | οικονομήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | οικονόμα |
| εσείς | οικονομάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οικονόμησε |
| εσείς | οικονομήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οικονομήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οικονομιέμαι |
| εσύ | οικονομιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομιέται |
| εμείς | οικονομιόμαστε |
| εσείς | οικονομιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | οικονομιόμουν |
| εσύ | οικονομιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομιόταν |
| εμείς | οικονομιόμασταν |
| εσείς | οικονομιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομιόνταν |
Αόριστος
| εγώ | οικονομήθηκα |
| εσύ | οικονομήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομήθηκε |
| εμείς | οικονομηθήκαμε |
| εσείς | οικονομηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οικονομηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οικονομηθώ |
| εσύ | οικονομηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οικονομηθεί |
| εμείς | οικονομηθούμε |
| εσείς | οικονομηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οικονομηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | οικονομιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οικονομήσου |
| εσείς | οικονομηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οικονομηθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.