HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← οικοδομώ — definition

Conjugation of οικοδομώ

Regular CEFR B2
i.ko.ðoˈmo

αναπτύσσω μια σχέση, μια άποψη κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οικοδομώ
εσύ οικοδομείς
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομεί
εμείς οικοδομούμε
εσείς οικοδομείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομούν
Παρατατικός
εγώ οικοδομούσα
εσύ οικοδομούσες
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομούσε
εμείς οικοδομούσαμε
εσείς οικοδομούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομούσαν
Αόριστος
εγώ οικοδόμησα
εσύ οικοδόμησες
αυτός / αυτή / αυτό οικοδόμησε
εμείς οικοδομήσαμε
εσείς οικοδομήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδόμησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οικοδομήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οικοδομήσω
εσύ οικοδομήσεις
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομήσει
εμείς οικοδομήσουμε
εσείς οικοδομήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οικοδομείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οικοδόμησε
εσείς οικοδομήστε
Απαρέμφατο αορίστου
οικοδομήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οικοδομούμαι
εσύ οικοδομείσαι
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομείται
εμείς οικοδομούμαστε
εσείς οικοδομείστε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομούνταν
εμείς οικοδομούμασταν
εσείς [οικοδομούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομούνταν
Αόριστος
εγώ οικοδομήθηκα
εσύ οικοδομήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομήθηκε
εμείς οικοδομηθήκαμε
εσείς οικοδομηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οικοδομηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οικοδομηθώ
εσύ οικοδομηθείς
αυτός / αυτή / αυτό οικοδομηθεί
εμείς οικοδομηθούμε
εσείς οικοδομηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οικοδομηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οικοδομείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οικοδομήσου
εσείς οικοδομηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οικοδομηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary