Conjugation of οδηγώ
o.ðiˈɣoυποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οδηγώ - οδηγάω |
| εσύ | οδηγείς - οδηγάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγεί - οδηγάει |
| εμείς | οδηγούμε - οδηγάμε |
| εσείς | οδηγείτε - οδηγάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγούν - οδηγάνε |
Παρατατικός
| εγώ | οδηγούσα |
| εσύ | οδηγούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγούσε |
| εμείς | οδηγούσαμε |
| εσείς | οδηγούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγούσαν |
Αόριστος
| εγώ | οδήγησα |
| εσύ | οδήγησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδήγησε |
| εμείς | οδηγήσαμε |
| εσείς | οδηγήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδήγησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οδηγήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οδηγήσω |
| εσύ | οδηγήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγήσει |
| εμείς | οδηγήσουμε |
| εσείς | οδηγήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | οδήγα |
| εσείς | οδηγείτε - οδηγάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οδήγησε |
| εσείς | οδηγήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οδηγήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | οδηγούμαι |
| εσύ | οδηγείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγείται |
| εμείς | οδηγούμαστε |
| εσείς | οδηγείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγούνται |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγούνταν |
| εμείς | οδηγούμασταν |
| εσείς | [οδηγούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγούνταν |
Αόριστος
| εγώ | οδηγήθηκα |
| εσύ | οδηγήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγήθηκε |
| εμείς | οδηγηθήκαμε |
| εσείς | οδηγηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα οδηγηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | οδηγηθώ |
| εσύ | οδηγηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | οδηγηθεί |
| εμείς | οδηγηθούμε |
| εσείς | οδηγηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | οδηγηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | οδηγείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | οδηγήσου |
| εσείς | οδηγηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | οδηγηθεί |