HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← οδηγώ — definition

Conjugation of οδηγώ

Regular CEFR B2
o.ðiˈɣo

υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οδηγώ - οδηγάω
εσύ οδηγείς - οδηγάς
αυτός / αυτή / αυτό οδηγεί - οδηγάει
εμείς οδηγούμε - οδηγάμε
εσείς οδηγείτε - οδηγάτε
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγούν - οδηγάνε
Παρατατικός
εγώ οδηγούσα
εσύ οδηγούσες
αυτός / αυτή / αυτό οδηγούσε
εμείς οδηγούσαμε
εσείς οδηγούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγούσαν
Αόριστος
εγώ οδήγησα
εσύ οδήγησες
αυτός / αυτή / αυτό οδήγησε
εμείς οδηγήσαμε
εσείς οδηγήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά οδήγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οδηγήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οδηγήσω
εσύ οδηγήσεις
αυτός / αυτή / αυτό οδηγήσει
εμείς οδηγήσουμε
εσείς οδηγήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ οδήγα
εσείς οδηγείτε - οδηγάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οδήγησε
εσείς οδηγήστε
Απαρέμφατο αορίστου
οδηγήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ οδηγούμαι
εσύ οδηγείσαι
αυτός / αυτή / αυτό οδηγείται
εμείς οδηγούμαστε
εσείς οδηγείστε
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγούνται
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό οδηγούνταν
εμείς οδηγούμασταν
εσείς [οδηγούσασταν, (‑ούσαστε)]
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγούνταν
Αόριστος
εγώ οδηγήθηκα
εσύ οδηγήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό οδηγήθηκε
εμείς οδηγηθήκαμε
εσείς οδηγηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα οδηγηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ οδηγηθώ
εσύ οδηγηθείς
αυτός / αυτή / αυτό οδηγηθεί
εμείς οδηγηθούμε
εσείς οδηγηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά οδηγηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς οδηγείστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ οδηγήσου
εσείς οδηγηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
οδηγηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary