Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξοδιάζω |
| εσύ | ξοδιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδιάζει |
| εμείς | ξοδιάζουμε |
| εσείς | ξοδιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξόδιαζα |
| εσύ | ξόδιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξόδιαζε |
| εμείς | ξοδιάζαμε |
| εσείς | ξοδιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξόδιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξόδιασα |
| εσύ | ξόδιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξόδιασε |
| εμείς | ξοδιάσαμε |
| εσείς | ξοδιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξόδιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξοδιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξοδιάσω |
| εσύ | ξοδιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδιάσει |
| εμείς | ξοδιάσουμε |
| εσείς | ξοδιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξόδιαζε |
| εσείς | ξοδιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξόδιασε |
| εσείς | ξοδιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξοδιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξοδιάζομαι |
| εσύ | ξοδιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδιάζεται |
| εμείς | ξοδιαζόμαστε |
| εσείς | ξοδιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξοδιαζόμουν |
| εσύ | ξοδιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδιαζόταν |
| εμείς | ξοδιαζόμασταν |
| εσείς | ξοδιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξοδιάστηκα |
| εσύ | ξοδιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδιάστηκε |
| εμείς | ξοδιαστήκαμε |
| εσείς | ξοδιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξοδιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξοδιαστώ |
| εσύ | ξοδιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξοδιαστεί |
| εμείς | ξοδιαστούμε |
| εσείς | ξοδιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξοδιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξοδιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξοδιάσου |
| εσείς | ξοδιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξοδιαστεί |