HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξοδιάζω — definition

Conjugation of ξοδιάζω

Regular CEFR B1
ksoˈðʝa.zo

ξοδεύω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξοδιάζω
εσύ ξοδιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξοδιάζει
εμείς ξοδιάζουμε
εσείς ξοδιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδιάζουν
Παρατατικός
εγώ ξόδιαζα
εσύ ξόδιαζες
αυτός / αυτή / αυτό ξόδιαζε
εμείς ξοδιάζαμε
εσείς ξοδιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξόδιαζαν
Αόριστος
εγώ ξόδιασα
εσύ ξόδιασες
αυτός / αυτή / αυτό ξόδιασε
εμείς ξοδιάσαμε
εσείς ξοδιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξόδιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξοδιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξοδιάσω
εσύ ξοδιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξοδιάσει
εμείς ξοδιάσουμε
εσείς ξοδιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξόδιαζε
εσείς ξοδιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξόδιασε
εσείς ξοδιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξοδιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξοδιάζομαι
εσύ ξοδιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξοδιάζεται
εμείς ξοδιαζόμαστε
εσείς ξοδιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδιάζονται
Παρατατικός
εγώ ξοδιαζόμουν
εσύ ξοδιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξοδιαζόταν
εμείς ξοδιαζόμασταν
εσείς ξοδιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδιάζονταν
Αόριστος
εγώ ξοδιάστηκα
εσύ ξοδιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξοδιάστηκε
εμείς ξοδιαστήκαμε
εσείς ξοδιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξοδιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξοδιαστώ
εσύ ξοδιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξοδιαστεί
εμείς ξοδιαστούμε
εσείς ξοδιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξοδιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξοδιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξοδιάσου
εσείς ξοδιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξοδιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary