Conjugation of ξημερώνω
ksi.meˈɾo.noαρχίζει η νέα ημέρα με την ανατολή του ήλιου, χαράζει, φαίνεται το πρώτο φως του ήλιου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξημερώνω |
| εσύ | ξημερώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημερώνει |
| εμείς | ξημερώνουμε |
| εσείς | ξημερώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημερώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξημέρωνα |
| εσύ | ξημέρωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημέρωνε |
| εμείς | ξημερώναμε |
| εσείς | ξημερώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημέρωναν |
Αόριστος
| εγώ | ξημέρωσα |
| εσύ | ξημέρωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημέρωσε |
| εμείς | ξημερώσαμε |
| εσείς | ξημερώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημέρωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξημερώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξημερώσω |
| εσύ | ξημερώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημερώσει |
| εμείς | ξημερώσουμε |
| εσείς | ξημερώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημερώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξημέρωνε |
| εσείς | ξημερώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξημέρωσε |
| εσείς | ξημερώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξημερώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξημερώνομαι |
| εσύ | ξημερώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημερώνεται |
| εμείς | ξημερωνόμαστε |
| εσείς | ξημερώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημερώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξημερωνόμουν |
| εσύ | ξημερωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημερωνόταν |
| εμείς | ξημερωνόμασταν |
| εσείς | ξημερωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημερώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξημερώθηκα |
| εσύ | ξημερώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημερώθηκε |
| εμείς | ξημερωθήκαμε |
| εσείς | ξημερωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημερώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξημερωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξημερωθώ |
| εσύ | ξημερωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξημερωθεί |
| εμείς | ξημερωθούμε |
| εσείς | ξημερωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξημερωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξημερώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξημερώσου |
| εσείς | ξημερωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξημερωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.