HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξημερώνω — definition

Conjugation of ξημερώνω

Regular CEFR B2
ksi.meˈɾo.no

αρχίζει η νέα ημέρα με την ανατολή του ήλιου, χαράζει, φαίνεται το πρώτο φως του ήλιου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξημερώνω
εσύ ξημερώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξημερώνει
εμείς ξημερώνουμε
εσείς ξημερώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημερώνουν
Παρατατικός
εγώ ξημέρωνα
εσύ ξημέρωνες
αυτός / αυτή / αυτό ξημέρωνε
εμείς ξημερώναμε
εσείς ξημερώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημέρωναν
Αόριστος
εγώ ξημέρωσα
εσύ ξημέρωσες
αυτός / αυτή / αυτό ξημέρωσε
εμείς ξημερώσαμε
εσείς ξημερώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημέρωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξημερώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξημερώσω
εσύ ξημερώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξημερώσει
εμείς ξημερώσουμε
εσείς ξημερώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημερώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξημέρωνε
εσείς ξημερώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξημέρωσε
εσείς ξημερώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξημερώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξημερώνομαι
εσύ ξημερώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξημερώνεται
εμείς ξημερωνόμαστε
εσείς ξημερώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημερώνονται
Παρατατικός
εγώ ξημερωνόμουν
εσύ ξημερωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξημερωνόταν
εμείς ξημερωνόμασταν
εσείς ξημερωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξημερώνονταν
Αόριστος
εγώ ξημερώθηκα
εσύ ξημερώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξημερώθηκε
εμείς ξημερωθήκαμε
εσείς ξημερωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημερώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξημερωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξημερωθώ
εσύ ξημερωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ξημερωθεί
εμείς ξημερωθούμε
εσείς ξημερωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξημερωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξημερώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξημερώσου
εσείς ξημερωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξημερωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary