HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεψυχάω — definition

Conjugation of ξεψυχάω

Regular CEFR B1
kse.psiˈxa.o

to pass away, pass on, expire, draw one's last breath, bite the dust (to die) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεψυχάω
εσύ ξεψυχάς
αυτός / αυτή / αυτό ξεψυχάει
εμείς ξεψυχάμε
εσείς ξεψυχάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεψυχάνε
Παρατατικός
εγώ ξεψυχούσα
εσύ ξεψυχούσες
αυτός / αυτή / αυτό ξεψυχούσε
εμείς ξεψυχούσαμε
εσείς ξεψυχούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεψυχούσαν
Αόριστος
εγώ ξεψύχησα
εσύ ξεψύχησες
αυτός / αυτή / αυτό ξεψύχησε
εμείς ξεψυχήσαμε
εσείς ξεψυχήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεψύχησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεψυχήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεψυχήσω
εσύ ξεψυχήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεψυχήσει
εμείς ξεψυχήσουμε
εσείς ξεψυχήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεψυχήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεψύχαγε
εσείς ξεψυχάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεψύχησε
εσείς ξεψυχήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεψυχήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary