Conjugation of ξεψυχάω
kse.psiˈxa.oto pass away, pass on, expire, draw one's last breath, bite the dust (to die) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεψυχάω |
| εσύ | ξεψυχάς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεψυχάει |
| εμείς | ξεψυχάμε |
| εσείς | ξεψυχάτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεψυχάνε |
Παρατατικός
| εγώ | ξεψυχούσα |
| εσύ | ξεψυχούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεψυχούσε |
| εμείς | ξεψυχούσαμε |
| εσείς | ξεψυχούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεψυχούσαν |
Αόριστος
| εγώ | ξεψύχησα |
| εσύ | ξεψύχησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεψύχησε |
| εμείς | ξεψυχήσαμε |
| εσείς | ξεψυχήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεψύχησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεψυχήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεψυχήσω |
| εσύ | ξεψυχήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεψυχήσει |
| εμείς | ξεψυχήσουμε |
| εσείς | ξεψυχήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεψυχήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεψύχαγε |
| εσείς | ξεψυχάτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεψύχησε |
| εσείς | ξεψυχήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεψυχήσει |