Conjugation of ξεσκονίζω
kse.skoˈni.zoξαναθυμάμαι κάνοντας επανάληψη σε κάτι που είχα μάθει πριν από καιρό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσκονίζω |
| εσύ | ξεσκονίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκονίζει |
| εμείς | ξεσκονίζουμε |
| εσείς | ξεσκονίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκονίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσκόνιζα |
| εσύ | ξεσκόνιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκόνιζε |
| εμείς | ξεσκονίζαμε |
| εσείς | ξεσκονίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκόνιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσκόνισα |
| εσύ | ξεσκόνισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκόνισε |
| εμείς | ξεσκονίσαμε |
| εσείς | ξεσκονίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκόνισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσκονίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσκονίσω |
| εσύ | ξεσκονίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκονίσει |
| εμείς | ξεσκονίσουμε |
| εσείς | ξεσκονίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκονίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεσκόνιζε |
| εσείς | ξεσκονίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσκόνισε |
| εσείς | ξεσκονίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσκονίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσκονίζομαι |
| εσύ | ξεσκονίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκονίζεται |
| εμείς | ξεσκονιζόμαστε |
| εσείς | ξεσκονίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκονίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσκονιζόμουν |
| εσύ | ξεσκονιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκονιζόταν |
| εμείς | ξεσκονιζόμασταν |
| εσείς | ξεσκονιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκονίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσκονίστηκα |
| εσύ | ξεσκονίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκονίστηκε |
| εμείς | ξεσκονιστήκαμε |
| εσείς | ξεσκονιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκονίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσκονιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσκονιστώ |
| εσύ | ξεσκονιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκονιστεί |
| εμείς | ξεσκονιστούμε |
| εσείς | ξεσκονιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκονιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεσκονίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσκονίσου |
| εσείς | ξεσκονιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσκονιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.