Conjugation of ξεσκατίζω
kseskaˈtizoκαθαρίζω ένα άτομο, συνήθως άρρωστο ή μωρό, από τα κόπρανα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσκατίζω |
| εσύ | ξεσκατίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκατίζει |
| εμείς | ξεσκατίζουμε |
| εσείς | ξεσκατίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκατίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσκάτιζα |
| εσύ | ξεσκάτιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκάτιζε |
| εμείς | ξεσκατίζαμε |
| εσείς | ξεσκατίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκάτιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσκάτισα |
| εσύ | ξεσκάτισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκάτισε |
| εμείς | ξεσκατίσαμε |
| εσείς | ξεσκατίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκάτισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσκατίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσκατίσω |
| εσύ | ξεσκατίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκατίσει |
| εμείς | ξεσκατίσουμε |
| εσείς | ξεσκατίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκατίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεσκάτιζε |
| εσείς | ξεσκατίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσκάτισε |
| εσείς | ξεσκατίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσκατίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσκατίζομαι |
| εσύ | ξεσκατίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκατίζεται |
| εμείς | ξεσκατιζόμαστε |
| εσείς | ξεσκατίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκατίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσκατιζόμουν |
| εσύ | ξεσκατιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκατιζόταν |
| εμείς | ξεσκατιζόμασταν |
| εσείς | ξεσκατιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκατίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσκατίστηκα |
| εσύ | ξεσκατίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκατίστηκε |
| εμείς | ξεσκατιστήκαμε |
| εσείς | ξεσκατιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκατίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσκατιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσκατιστώ |
| εσύ | ξεσκατιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκατιστεί |
| εμείς | ξεσκατιστούμε |
| εσείς | ξεσκατιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκατιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεσκατίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσκατίσου |
| εσείς | ξεσκατιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσκατιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.