HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεσκίζω — definition

Conjugation of ξεσκίζω

Regular CEFR B1

μορφή του ξεσχίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεσκίζω
εσύ ξεσκίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεσκίζει
εμείς ξεσκίζουμε
εσείς ξεσκίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσκίζουν
Παρατατικός
εγώ ξέσκιζα
εσύ ξέσκιζες
αυτός / αυτή / αυτό ξέσκιζε
εμείς ξεσκίζαμε
εσείς ξεσκίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέσκιζαν
Αόριστος
εγώ ξέσκισα
εσύ ξέσκισες
αυτός / αυτή / αυτό ξέσκισε
εμείς ξεσκίσαμε
εσείς ξεσκίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέσκισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσκίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεσκίσω
εσύ ξεσκίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεσκίσει
εμείς ξεσκίσουμε
εσείς ξεσκίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσκίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξέσκιζε
εσείς ξεσκίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξέσκισε
εσείς ξεσκίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεσκίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεσκίζομαι
εσύ ξεσκίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεσκίζεται
εμείς ξεσκιζόμαστε
εσείς ξεσκίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσκίζονται
Παρατατικός
εγώ ξεσκιζόμουν
εσύ ξεσκιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεσκιζόταν
εμείς ξεσκιζόμασταν
εσείς ξεσκιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσκίζονταν
Αόριστος
εγώ ξεσκίστηκα
εσύ ξεσκίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεσκίστηκε
εμείς ξεσκιστήκαμε
εσείς ξεσκιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσκίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεσκιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεσκιστώ
εσύ ξεσκιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεσκιστεί
εμείς ξεσκιστούμε
εσείς ξεσκιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεσκιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεσκίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεσκίσου
εσείς ξεσκιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεσκιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary