Conjugation of ξεσκίζω
μορφή του ξεσχίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσκίζω |
| εσύ | ξεσκίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκίζει |
| εμείς | ξεσκίζουμε |
| εσείς | ξεσκίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξέσκιζα |
| εσύ | ξέσκιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέσκιζε |
| εμείς | ξεσκίζαμε |
| εσείς | ξεσκίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέσκιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξέσκισα |
| εσύ | ξέσκισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέσκισε |
| εμείς | ξεσκίσαμε |
| εσείς | ξεσκίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέσκισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσκίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσκίσω |
| εσύ | ξεσκίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκίσει |
| εμείς | ξεσκίσουμε |
| εσείς | ξεσκίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέσκιζε |
| εσείς | ξεσκίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέσκισε |
| εσείς | ξεσκίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσκίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεσκίζομαι |
| εσύ | ξεσκίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκίζεται |
| εμείς | ξεσκιζόμαστε |
| εσείς | ξεσκίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεσκιζόμουν |
| εσύ | ξεσκιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκιζόταν |
| εμείς | ξεσκιζόμασταν |
| εσείς | ξεσκιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεσκίστηκα |
| εσύ | ξεσκίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκίστηκε |
| εμείς | ξεσκιστήκαμε |
| εσείς | ξεσκιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεσκιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεσκιστώ |
| εσύ | ξεσκιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεσκιστεί |
| εμείς | ξεσκιστούμε |
| εσείς | ξεσκιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεσκιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεσκίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεσκίσου |
| εσείς | ξεσκιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεσκιστεί |