Conjugation of ξεραίνω
kseˈɾe.noμεσοπαθητικό: (λαϊκότροπο) πέφτω ξερός από κούραση ή μένω αποσβολωμένος από κάτι που άκουσα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεραίνω |
| εσύ | ξεραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεραίνει |
| εμείς | ξεραίνουμε |
| εσείς | ξεραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεραίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξέραινα |
| εσύ | ξέραινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέραινε |
| εμείς | ξεραίναμε |
| εσείς | ξεραίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέραιναν |
Αόριστος
| εγώ | ξέρανα |
| εσύ | ξέρανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξέρανε |
| εμείς | ξεράναμε |
| εσείς | ξεράνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξέραναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεράνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεράνω |
| εσύ | ξεράνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεράνει |
| εμείς | ξεράνουμε |
| εσείς | ξεράνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεράνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξέραινε |
| εσείς | ξεραίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξέρανε |
| εσείς | ξεράνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεράνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεραίνομαι |
| εσύ | ξεραίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεραίνεται |
| εμείς | ξεραινόμαστε |
| εσείς | ξεραίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεραίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεραινόμουν |
| εσύ | ξεραινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεραινόταν |
| εμείς | ξεραινόμασταν |
| εσείς | ξεραινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεραίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεράθηκα |
| εσύ | ξεράθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεράθηκε |
| εμείς | ξεραθήκαμε |
| εσείς | ξεραθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεράθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεραθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεραθώ |
| εσύ | ξεραθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεραθεί |
| εμείς | ξεραθούμε |
| εσείς | ξεραθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεραθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεραίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | ξεραθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεραθεί |