HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεραίνω — definition

Conjugation of ξεραίνω

Regular CEFR B1
kseˈɾe.no

μεσοπαθητικό: (λαϊκότροπο) πέφτω ξερός από κούραση ή μένω αποσβολωμένος από κάτι που άκουσα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεραίνω
εσύ ξεραίνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεραίνει
εμείς ξεραίνουμε
εσείς ξεραίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεραίνουν
Παρατατικός
εγώ ξέραινα
εσύ ξέραινες
αυτός / αυτή / αυτό ξέραινε
εμείς ξεραίναμε
εσείς ξεραίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέραιναν
Αόριστος
εγώ ξέρανα
εσύ ξέρανες
αυτός / αυτή / αυτό ξέρανε
εμείς ξεράναμε
εσείς ξεράνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέραναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεράνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεράνω
εσύ ξεράνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεράνει
εμείς ξεράνουμε
εσείς ξεράνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεράνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξέραινε
εσείς ξεραίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξέρανε
εσείς ξεράνετε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεράνει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεραίνομαι
εσύ ξεραίνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεραίνεται
εμείς ξεραινόμαστε
εσείς ξεραίνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεραίνονται
Παρατατικός
εγώ ξεραινόμουν
εσύ ξεραινόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεραινόταν
εμείς ξεραινόμασταν
εσείς ξεραινόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεραίνονταν
Αόριστος
εγώ ξεράθηκα
εσύ ξεράθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεράθηκε
εμείς ξεραθήκαμε
εσείς ξεραθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεράθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεραθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεραθώ
εσύ ξεραθείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεραθεί
εμείς ξεραθούμε
εσείς ξεραθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεραθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεραίνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς ξεραθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεραθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary