HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξενυχτάω — definition

Conjugation of ξενυχτάω

Regular CEFR B2
kse.niˈxta.o

to stay up all night, stay awake, keep someone up Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξενυχτάω
εσύ ξενυχτάς
αυτός / αυτή / αυτό ξενυχτάει
εμείς ξενυχτάμε
εσείς ξενυχτάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξενυχτάνε
Παρατατικός
εγώ ξενυχτούσα
εσύ ξενυχτούσες
αυτός / αυτή / αυτό ξενυχτούσε
εμείς ξενυχτούσαμε
εσείς ξενυχτούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξενυχτούσαν
Αόριστος
εγώ ξενύχτησα
εσύ ξενύχτησες
αυτός / αυτή / αυτό ξενύχτησε
εμείς ξενυχτήσαμε
εσείς ξενυχτήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξενύχτησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξενυχτήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξενυχτήσω
εσύ ξενυχτήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξενυχτήσει
εμείς ξενυχτήσουμε
εσείς ξενυχτήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξενυχτήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξενύχταγε
εσείς ξενυχτάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξενύχτησε
εσείς ξενυχτήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξενυχτήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary