HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεμπλέκω — definition

Conjugation of ξεμπλέκω

Regular CEFR B2
kseˈble.ko

βοηθώ κάποιον να ξεφύγει από μια περίπλοκη κατάσταση, τον απεμπλέκω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεμπλέκω
εσύ ξεμπλέκεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεμπλέκει
εμείς ξεμπλέκουμε
εσείς ξεμπλέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεμπλέκουν
Παρατατικός
εγώ ξέμπλεκα
εσύ ξέμπλεκες
αυτός / αυτή / αυτό ξέμπλεκε
εμείς ξεμπλέκαμε
εσείς ξεμπλέκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέμπλεκαν
Αόριστος
εγώ ξέμπλεξα
εσύ ξέμπλεξες
αυτός / αυτή / αυτό ξέμπλεξε
εμείς ξεμπλέξαμε
εσείς ξεμπλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέμπλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεμπλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεμπλέξω
εσύ ξεμπλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεμπλέξει
εμείς ξεμπλέξουμε
εσείς ξεμπλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεμπλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεμπλέκε
εσείς ξεμπλέκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξέμπλεξε
εσείς ξεμπλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεμπλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεμπλέκομαι
εσύ ξεμπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεμπλέκεται
εμείς ξεμπλεκόμαστε
εσείς ξεμπλέκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεμπλέκονται
Παρατατικός
εγώ ξεμπλεκόμουν
εσύ ξεμπλεκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεμπλεκόταν
εμείς ξεμπλεκόμασταν
εσείς ξεμπλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεμπλέκονταν
Αόριστος
εγώ ξεμπλέχτηκα
εσύ ξεμπλέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεμπλέχτηκε
εμείς ξεμπλεχτήκαμε
εσείς ξεμπλεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεμπλέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεμπλεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεμπλεχτώ
εσύ ξεμπλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεμπλεχτεί
εμείς ξεμπλεχτούμε
εσείς ξεμπλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεμπλεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεμπλέκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεμπλέξου
εσείς ξεμπλεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεμπλεχτεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary