Conjugation of ξεματιάζω
kse.maˈtça.zoεκτελώ όλες τις ενέργειες (σταυρώνω, λέω μια μυστική ευχή κ.λπ.) που πιστεύεται ότι απαιτούνται για να απαλλάξω κάποιον από το μάτιασμα, τη βασκανία Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεματιάζω |
| εσύ | ξεματιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεματιάζει |
| εμείς | ξεματιάζουμε |
| εσείς | ξεματιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεματιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεμάτιαζα |
| εσύ | ξεμάτιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεμάτιαζε |
| εμείς | ξεματιάζαμε |
| εσείς | ξεματιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεμάτιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξεμάτιασα |
| εσύ | ξεμάτιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεμάτιασε |
| εμείς | ξεματιάσαμε |
| εσείς | ξεματιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεμάτιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεματιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεματιάσω |
| εσύ | ξεματιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεματιάσει |
| εμείς | ξεματιάσουμε |
| εσείς | ξεματιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεματιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεμάτιαζε |
| εσείς | ξεματιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεμάτιασε |
| εσείς | ξεματιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεματιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεματιάζομαι |
| εσύ | ξεματιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεματιάζεται |
| εμείς | ξεματιαζόμαστε |
| εσείς | ξεματιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεματιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεματιαζόμουν |
| εσύ | ξεματιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεματιαζόταν |
| εμείς | ξεματιαζόμασταν |
| εσείς | ξεματιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεματιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεματιάστηκα |
| εσύ | ξεματιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεματιάστηκε |
| εμείς | ξεματιαστήκαμε |
| εσείς | ξεματιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεματιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεματιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεματιαστώ |
| εσύ | ξεματιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεματιαστεί |
| εμείς | ξεματιαστούμε |
| εσείς | ξεματιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεματιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεματιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεματιάσου |
| εσείς | ξεματιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεματιαστεί |