HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξελύνω — definition

Conjugation of ξελύνω

Regular CEFR B1
kseˈlino

to untie, unbind, undo, unbuckle Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξελύνω
εσύ ξελύνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξελύνει
εμείς ξελύνουμε
εσείς ξελύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξελύνουν
Παρατατικός
εγώ ξέλυνα
εσύ ξέλυνες
αυτός / αυτή / αυτό ξέλυνε
εμείς ξελύναμε
εσείς ξελύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέλυναν
Αόριστος
εγώ ξέλυσα
εσύ ξέλυσες
αυτός / αυτή / αυτό ξέλυσε
εμείς ξελύσαμε
εσείς ξελύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξέλυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξελύσω
εσύ ξελύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξελύσει
εμείς ξελύσουμε
εσείς ξελύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξελύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξέλυνε
εσείς ξελύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξέλυσε
εσείς ξελύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξελύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξελύνομαι
εσύ ξελύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξελύνεται
εμείς ξελυνόμαστε
εσείς ξελύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξελύνονται
Παρατατικός
εγώ ξελυνόμουν
εσύ ξελυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξελυνόταν
εμείς ξελυνόμασταν
εσείς ξελυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξελύνονταν
Αόριστος
εγώ ξελύθηκα
εσύ ξελύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξελύθηκε
εμείς ξελυθήκαμε
εσείς ξελυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξελύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξελυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξελυθώ
εσύ ξελυθείς
αυτός / αυτή / αυτό ξελυθεί
εμείς ξελυθούμε
εσείς ξελυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξελυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξελύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξελύσου
εσείς ξελυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξελυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary