Conjugation of ξελογιάζω
kseloˈʝazoκάνω κάποιον να χάσει τα λογικά του γοητεύοντάς τον Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξελογιάζω |
| εσύ | ξελογιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελογιάζει |
| εμείς | ξελογιάζουμε |
| εσείς | ξελογιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελογιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξελόγιαζα |
| εσύ | ξελόγιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελόγιαζε |
| εμείς | ξελογιάζαμε |
| εσείς | ξελογιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελόγιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξελόγιασα |
| εσύ | ξελόγιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελόγιασε |
| εμείς | ξελογιάσαμε |
| εσείς | ξελογιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελόγιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξελογιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξελογιάσω |
| εσύ | ξελογιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελογιάσει |
| εμείς | ξελογιάσουμε |
| εσείς | ξελογιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελογιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξελόγιαζε |
| εσείς | ξελογιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξελόγιασε |
| εσείς | ξελογιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξελογιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξελογιάζομαι |
| εσύ | ξελογιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελογιάζεται |
| εμείς | ξελογιαζόμαστε |
| εσείς | ξελογιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελογιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξελογιαζόμουν |
| εσύ | ξελογιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελογιαζόταν |
| εμείς | ξελογιαζόμασταν |
| εσείς | ξελογιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελογιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξελογιάστηκα |
| εσύ | ξελογιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελογιάστηκε |
| εμείς | ξελογιαστήκαμε |
| εσείς | ξελογιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελογιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξελογιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξελογιαστώ |
| εσύ | ξελογιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξελογιαστεί |
| εμείς | ξελογιαστούμε |
| εσείς | ξελογιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξελογιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξελογιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξελογιάσου |
| εσείς | ξελογιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξελογιαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.