Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεκωλώνω |
| εσύ | ξεκωλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκωλώνει |
| εμείς | ξεκωλώνουμε |
| εσείς | ξεκωλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκωλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεκώλωνα |
| εσύ | ξεκώλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκώλωνε |
| εμείς | ξεκωλώναμε |
| εσείς | ξεκωλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκώλωναν |
Αόριστος
| εγώ | ξεκώλωσα |
| εσύ | ξεκώλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκώλωσε |
| εμείς | ξεκωλώσαμε |
| εσείς | ξεκωλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκώλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεκωλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεκωλώσω |
| εσύ | ξεκωλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκωλώσει |
| εμείς | ξεκωλώσουμε |
| εσείς | ξεκωλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκωλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεκώλωνε |
| εσείς | ξεκωλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεκώλωσε |
| εσείς | ξεκωλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεκωλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεκωλώνομαι |
| εσύ | ξεκωλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκωλώνεται |
| εμείς | ξεκωλωνόμαστε |
| εσείς | ξεκωλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκωλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεκωλωνόμουν |
| εσύ | ξεκωλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκωλωνόταν |
| εμείς | ξεκωλωνόμασταν |
| εσείς | ξεκωλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκωλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεκωλώθηκα |
| εσύ | ξεκωλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκωλώθηκε |
| εμείς | ξεκωλωθήκαμε |
| εσείς | ξεκωλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκωλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεκωλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεκωλωθώ |
| εσύ | ξεκωλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκωλωθεί |
| εμείς | ξεκωλωθούμε |
| εσείς | ξεκωλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκωλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεκωλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεκωλώσου |
| εσείς | ξεκωλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεκωλωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.