HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεκωλώνω — definition

Conjugation of ξεκωλώνω

Regular CEFR B2
kse.koˈlo.no

κάνω βίαιη σεξουαλική πρωκτική πράξη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεκωλώνω
εσύ ξεκωλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεκωλώνει
εμείς ξεκωλώνουμε
εσείς ξεκωλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκωλώνουν
Παρατατικός
εγώ ξεκώλωνα
εσύ ξεκώλωνες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκώλωνε
εμείς ξεκωλώναμε
εσείς ξεκωλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκώλωναν
Αόριστος
εγώ ξεκώλωσα
εσύ ξεκώλωσες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκώλωσε
εμείς ξεκωλώσαμε
εσείς ξεκωλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκώλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεκωλώσω
εσύ ξεκωλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεκωλώσει
εμείς ξεκωλώσουμε
εσείς ξεκωλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκωλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεκώλωνε
εσείς ξεκωλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεκώλωσε
εσείς ξεκωλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεκωλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεκωλώνομαι
εσύ ξεκωλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεκωλώνεται
εμείς ξεκωλωνόμαστε
εσείς ξεκωλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκωλώνονται
Παρατατικός
εγώ ξεκωλωνόμουν
εσύ ξεκωλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεκωλωνόταν
εμείς ξεκωλωνόμασταν
εσείς ξεκωλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκωλώνονταν
Αόριστος
εγώ ξεκωλώθηκα
εσύ ξεκωλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκωλώθηκε
εμείς ξεκωλωθήκαμε
εσείς ξεκωλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκωλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκωλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεκωλωθώ
εσύ ξεκωλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεκωλωθεί
εμείς ξεκωλωθούμε
εσείς ξεκωλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκωλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεκωλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεκωλώσου
εσείς ξεκωλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεκωλωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary