HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεκουράζω — definition

Conjugation of ξεκουράζω

Regular CEFR B2
kse.kuˈɾa.zo

διώχνω την κούραση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεκουράζω
εσύ ξεκουράζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεκουράζει
εμείς ξεκουράζουμε
εσείς ξεκουράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκουράζουν
Παρατατικός
εγώ ξεκούραζα
εσύ ξεκούραζες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκούραζε
εμείς ξεκουράζαμε
εσείς ξεκουράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκούραζαν
Αόριστος
εγώ ξεκούρασα
εσύ ξεκούρασες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκούρασε
εμείς ξεκουράσαμε
εσείς ξεκουράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκούρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκουράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεκουράσω
εσύ ξεκουράσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεκουράσει
εμείς ξεκουράσουμε
εσείς ξεκουράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκουράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεκούραζε
εσείς ξεκουράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεκούρασε
εσείς ξεκουράστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεκουράσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεκουράζομαι
εσύ ξεκουράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεκουράζεται
εμείς ξεκουραζόμαστε
εσείς ξεκουράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκουράζονται
Παρατατικός
εγώ ξεκουραζόμουν
εσύ ξεκουραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεκουραζόταν
εμείς ξεκουραζόμασταν
εσείς ξεκουραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκουράζονταν
Αόριστος
εγώ ξεκουράστηκα
εσύ ξεκουράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκουράστηκε
εμείς ξεκουραστήκαμε
εσείς ξεκουραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκουράστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκουραστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεκουραστώ
εσύ ξεκουραστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεκουραστεί
εμείς ξεκουραστούμε
εσείς ξεκουραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκουραστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεκουράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεκουράσου
εσείς ξεκουραστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεκουραστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary