HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεκινάω — definition

Conjugation of ξεκινάω

Regular CEFR C1
kse.ciˈna.o

ασυναίρετος τύπος του ξεκινώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεκινάω
εσύ ξεκινάς
αυτός / αυτή / αυτό ξεκινάει
εμείς ξεκινάμε
εσείς ξεκινάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκινάνε
Παρατατικός
εγώ ξεκινούσα
εσύ ξεκινούσες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκινούσε
εμείς ξεκινούσαμε
εσείς ξεκινούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκινούσαν
Αόριστος
εγώ ξεκίνησα
εσύ ξεκίνησες
αυτός / αυτή / αυτό ξεκίνησε
εμείς ξεκινήσαμε
εσείς ξεκινήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκίνησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεκινήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεκινήσω
εσύ ξεκινήσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεκινήσει
εμείς ξεκινήσουμε
εσείς ξεκινήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεκινήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεκίνα
εσείς ξεκινάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεκίνησε
εσείς ξεκινήστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεκινήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary