Conjugation of ξεκαθαρίζω
kse.ka.θaˈɾi.zoκάνω κάτι να είναι καθαρό, λύνω τις απορίες και διαλύω τις αμφιβολίες και τις παρανοήσεις σχετικά με αυτό, αποσαφηνίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεκαθαρίζω |
| εσύ | ξεκαθαρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθαρίζει |
| εμείς | ξεκαθαρίζουμε |
| εσείς | ξεκαθαρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθαρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξεκαθάριζα |
| εσύ | ξεκαθάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθάριζε |
| εμείς | ξεκαθαρίζαμε |
| εσείς | ξεκαθαρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξεκαθάρισα |
| εσύ | ξεκαθάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθάρισε |
| εμείς | ξεκαθαρίσαμε |
| εσείς | ξεκαθαρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεκαθαρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεκαθαρίσω |
| εσύ | ξεκαθαρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθαρίσει |
| εμείς | ξεκαθαρίσουμε |
| εσείς | ξεκαθαρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθαρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξεκαθάριζε |
| εσείς | ξεκαθαρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεκαθάρισε |
| εσείς | ξεκαθαρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεκαθαρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξεκαθαρίζομαι |
| εσύ | ξεκαθαρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθαρίζεται |
| εμείς | ξεκαθαριζόμαστε |
| εσείς | ξεκαθαρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθαρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξεκαθαριζόμουν |
| εσύ | ξεκαθαριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθαριζόταν |
| εμείς | ξεκαθαριζόμασταν |
| εσείς | ξεκαθαριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθαρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξεκαθαρίστηκα |
| εσύ | ξεκαθαρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθαρίστηκε |
| εμείς | ξεκαθαριστήκαμε |
| εσείς | ξεκαθαριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθαρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξεκαθαριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξεκαθαριστώ |
| εσύ | ξεκαθαριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξεκαθαριστεί |
| εμείς | ξεκαθαριστούμε |
| εσείς | ξεκαθαριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξεκαθαριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξεκαθαρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξεκαθαρίσου |
| εσείς | ξεκαθαριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξεκαθαριστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.