HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξεγελάω — definition

Conjugation of ξεγελάω

Regular CEFR B1
kse.ʝeˈla.o

εξαπατώ κάποιον με ψέματα ή υποκρισία, τον κάνω να με πιστέψει ή να μου δείξει εμπιστοσύνη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεγελάω
εσύ ξεγελάς
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελάει
εμείς ξεγελάμε
εσείς ξεγελάτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελάνε
Παρατατικός
εγώ ξεγελούσα
εσύ ξεγελούσες
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελούσε
εμείς ξεγελούσαμε
εσείς ξεγελούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελούσαν
Αόριστος
εγώ ξεγέλασα
εσύ ξεγέλασες
αυτός / αυτή / αυτό ξεγέλασε
εμείς ξεγελάσαμε
εσείς ξεγελάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγέλασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεγελάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεγελάσω
εσύ ξεγελάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελάσει
εμείς ξεγελάσουμε
εσείς ξεγελάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξεγέλα
εσείς ξεγελάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεγέλασε
εσείς ξεγελάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεγελάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξεγελιέμαι
εσύ ξεγελιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελιέται
εμείς ξεγελιόμαστε
εσείς ξεγελιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελιούνται
Παρατατικός
εγώ ξεγελιόμουν
εσύ ξεγελιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελιόταν
εμείς ξεγελιόμασταν
εσείς ξεγελιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελιόνταν
Αόριστος
εγώ ξεγελάστηκα
εσύ ξεγελάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελάστηκε
εμείς ξεγελαστήκαμε
εσείς ξεγελαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξεγελαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξεγελαστώ
εσύ ξεγελαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξεγελαστεί
εμείς ξεγελαστούμε
εσείς ξεγελαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξεγελαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξεγελιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξεγελάσου
εσείς ξεγελαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξεγελαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary