HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξαφνιάζω — definition

Conjugation of ξαφνιάζω

Regular CEFR B2
ksafˈɲa.zo

μεσοπαθητικό, το ίδιο: με εκπλήσσουν, δέχομαι απότομα ένα ερέθισμα, μήνυμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξαφνιάζω
εσύ ξαφνιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξαφνιάζει
εμείς ξαφνιάζουμε
εσείς ξαφνιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξαφνιάζουν
Παρατατικός
εγώ ξάφνιαζα
εσύ ξάφνιαζες
αυτός / αυτή / αυτό ξάφνιαζε
εμείς ξαφνιάζαμε
εσείς ξαφνιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξάφνιαζαν
Αόριστος
εγώ ξάφνιασα
εσύ ξάφνιασες
αυτός / αυτή / αυτό ξάφνιασε
εμείς ξαφνιάσαμε
εσείς ξαφνιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξάφνιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαφνιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξαφνιάσω
εσύ ξαφνιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξαφνιάσει
εμείς ξαφνιάσουμε
εσείς ξαφνιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξαφνιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξάφνιαζε
εσείς ξαφνιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξάφνιασε
εσείς ξαφνιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξαφνιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξαφνιάζομαι
εσύ ξαφνιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ξαφνιάζεται
εμείς ξαφνιαζόμαστε
εσείς ξαφνιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ξαφνιάζονται
Παρατατικός
εγώ ξαφνιαζόμουν
εσύ ξαφνιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ξαφνιαζόταν
εμείς ξαφνιαζόμασταν
εσείς ξαφνιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ξαφνιάζονταν
Αόριστος
εγώ ξαφνιάστηκα
εσύ ξαφνιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ξαφνιάστηκε
εμείς ξαφνιαστήκαμε
εσείς ξαφνιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξαφνιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξαφνιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξαφνιαστώ
εσύ ξαφνιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ξαφνιαστεί
εμείς ξαφνιαστούμε
εσείς ξαφνιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ξαφνιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ξαφνιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξαφνιάσου
εσείς ξαφνιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ξαφνιαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary