HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ξασπρίζω — definition

Conjugation of ξασπρίζω

Regular CEFR B2
ksaˈsprizo

χάνω το χρώμα μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ξασπρίζω
εσύ ξασπρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ξασπρίζει
εμείς ξασπρίζουμε
εσείς ξασπρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξασπρίζουν
Παρατατικός
εγώ ξάσπριζα
εσύ ξάσπριζες
αυτός / αυτή / αυτό ξάσπριζε
εμείς ξασπρίζαμε
εσείς ξασπρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξάσπριζαν
Αόριστος
εγώ ξάσπρισα
εσύ ξάσπρισες
αυτός / αυτή / αυτό ξάσπρισε
εμείς ξασπρίσαμε
εσείς ξασπρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ξάσπρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ξασπρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ξασπρίσω
εσύ ξασπρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ξασπρίσει
εμείς ξασπρίσουμε
εσείς ξασπρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ξασπρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ξάσπριζε
εσείς ξασπρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ξάσπρισε
εσείς ξασπρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ξασπρίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary