Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξασπρίζω |
| εσύ | ξασπρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξασπρίζει |
| εμείς | ξασπρίζουμε |
| εσείς | ξασπρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξασπρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξάσπριζα |
| εσύ | ξάσπριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξάσπριζε |
| εμείς | ξασπρίζαμε |
| εσείς | ξασπρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξάσπριζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξάσπρισα |
| εσύ | ξάσπρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξάσπρισε |
| εμείς | ξασπρίσαμε |
| εσείς | ξασπρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξάσπρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξασπρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξασπρίσω |
| εσύ | ξασπρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξασπρίσει |
| εμείς | ξασπρίσουμε |
| εσείς | ξασπρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξασπρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξάσπριζε |
| εσείς | ξασπρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξάσπρισε |
| εσείς | ξασπρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξασπρίσει |