Conjugation of ξαναγράφω
ksa.naˈɣɾa.foγράφω ξανά για δεύτερη ή πολλοστή φορά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξαναγράφω |
| εσύ | ξαναγράφεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαναγράφει |
| εμείς | ξαναγράφουμε |
| εσείς | ξαναγράφετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαναγράφουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξανάγραφα |
| εσύ | ξανάγραφες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξανάγραφε |
| εμείς | ξαναγράφαμε |
| εσείς | ξαναγράφατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξανάγραφαν |
Αόριστος
| εγώ | ξανάγραψα |
| εσύ | ξανάγραψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξανάγραψε |
| εμείς | ξαναγράψαμε |
| εσείς | ξαναγράψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξανάγραψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξαναγράψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξαναγράψω |
| εσύ | ξαναγράψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαναγράψει |
| εμείς | ξαναγράψουμε |
| εσείς | ξαναγράψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαναγράψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξαναγράφε |
| εσείς | ξαναγράφετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξαναγράψε |
| εσείς | ξαναγράψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξαναγράψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξαναγράφομαι |
| εσύ | ξαναγράφεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαναγράφεται |
| εμείς | ξαναγραφόμαστε |
| εσείς | ξαναγράφεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαναγράφονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξαναγραφόμουν |
| εσύ | ξαναγραφόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαναγραφόταν |
| εμείς | ξαναγραφόμασταν |
| εσείς | ξαναγραφόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαναγράφονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξαναγράφτηκα |
| εσύ | ξαναγράφτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαναγράφτηκε |
| εμείς | ξαναγραφτήκαμε |
| εσείς | ξαναγραφτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαναγράφτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξαναγραφτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξαναγραφτώ |
| εσύ | ξαναγραφτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαναγραφτεί |
| εμείς | ξαναγραφτούμε |
| εσείς | ξαναγραφτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαναγραφτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξαναγράφεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξαναγράψου |
| εσείς | ξαναγραφτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξαναγραφτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.