Conjugation of ξαλεγράρω
ksa.leˈɣɾa.ɾoσυνέρχομαι, ζωηρεύω, βελτιώνεται η διάθεσή μου, γίνομαι ξανά ζωηρός, νιώθω πιο ευχάριστα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξαλεγράρω |
| εσύ | ξαλεγράρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαλεγράρει |
| εμείς | ξαλεγράρουμε |
| εσείς | ξαλεγράρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαλεγράρουν |
Παρατατικός
| εγώ | ξαλεγράριζα |
| εσύ | ξαλεγράριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαλεγράριζε |
| εμείς | ξαλεγράραμε |
| εσείς | ξαλεγράρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαλεγράριζαν |
Αόριστος
| εγώ | ξαλεγράρισα |
| εσύ | ξαλεγράρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαλεγράρισε |
| εμείς | ξαλεγράραμε |
| εσείς | ξαλεγράρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαλεγράρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξαλεγράρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξαλεγράρω |
| εσύ | ξαλεγράρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαλεγράρει |
| εμείς | ξαλεγράρουμε |
| εσείς | ξαλεγράρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαλεγράρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξαλεγράριζε |
| εσείς | ξαλεγράρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξαλεγράρισε |
| εσείς | ξαλεγράρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξαλεγράρει |