Conjugation of ξαίνω
χτενίζω τα μαλλιά με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτούν μεγαλύτερο όγκο, να είναι πιο φουντωτά Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξαίνω |
| εσύ | ξαίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαίνει |
| εμείς | ξαίνουμε |
| εσείς | ξαίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | έξαινα |
| εσύ | έξαινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έξαινε |
| εμείς | ξαίναμε |
| εσείς | ξαίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έξαιναν |
Αόριστος
| εγώ | έξανα |
| εσύ | έξανες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έξανε |
| εμείς | ξάναμε |
| εσείς | ξάνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έξαναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξάνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξάνω |
| εσύ | ξάνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξάνει |
| εμείς | ξάνουμε |
| εσείς | ξάνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξάνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ξαίνε |
| εσείς | ξαίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξάνε |
| εσείς | ξάνετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξάνει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ξαίνομαι |
| εσύ | ξαίνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαίνεται |
| εμείς | ξαινόμαστε |
| εσείς | ξαίνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαίνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ξαινόμουν |
| εσύ | ξαινόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαινόταν |
| εμείς | ξαινόμασταν |
| εσείς | ξαινόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαίνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ξάστηκα |
| εσύ | ξάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξάστηκε |
| εμείς | ξαστήκαμε |
| εσείς | ξαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ξαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ξαστώ |
| εσύ | ξαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ξαστεί |
| εμείς | ξαστούμε |
| εσείς | ξαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ξαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ξαίνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ξάσου |
| εσείς | ξαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ξαστεί |