HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νυστάζω — definition

Conjugation of νυστάζω

Regular CEFR C2
niˈsta.zo

νιώθω την ανάγκη για ύπνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νυστάζω
εσύ νυστάζεις
αυτός / αυτή / αυτό νυστάζει
εμείς νυστάζουμε
εσείς νυστάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά νυστάζουν
Παρατατικός
εγώ νύσταζα
εσύ νύσταζες
αυτός / αυτή / αυτό νύσταζε
εμείς νυστάζαμε
εσείς νυστάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά νύσταζαν
Αόριστος
εγώ νύσταξα
εσύ νύσταξες
αυτός / αυτή / αυτό νύσταξε
εμείς νυστάξαμε
εσείς νυστάξατε
αυτοί / αυτές / αυτά νύσταξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νυστάξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νυστάξω
εσύ νυστάξεις
αυτός / αυτή / αυτό νυστάξει
εμείς νυστάξουμε
εσείς νυστάξετε
αυτοί / αυτές / αυτά νυστάξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νύσταζε
εσείς νυστάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νύσταξε
εσείς νύσταξε
Απαρέμφατο αορίστου
νυστάξει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary