HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ντύνω — definition

Conjugation of ντύνω

Regular CEFR B1
ˈdi.no

εμπλουτίζω κάτι με ..., το καθιστώ πιο σύνθετο ή ενδιαφέρον προσθέτοντας κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ντύνω
εσύ ντύνεις
αυτός / αυτή / αυτό ντύνει
εμείς ντύνουμε
εσείς ντύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ντύνουν
Παρατατικός
εγώ έντυνα
εσύ έντυνες
αυτός / αυτή / αυτό έντυνε
εμείς ντύναμε
εσείς ντύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έντυναν
Αόριστος
εγώ έντυσα
εσύ έντυσες
αυτός / αυτή / αυτό έντυσε
εμείς ντύσαμε
εσείς ντύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά έντυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ντύσω
εσύ ντύσεις
αυτός / αυτή / αυτό ντύσει
εμείς ντύσουμε
εσείς ντύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ντύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ντύνε
εσείς ντύνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ντύσε
εσείς ντύστε
Απαρέμφατο αορίστου
ντύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ντύνομαι
εσύ ντύνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ντύνεται
εμείς ντυνόμαστε
εσείς ντύνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ντύνονται
Παρατατικός
εγώ ντυνόμουν
εσύ ντυνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ντυνόταν
εμείς ντυνόμασταν
εσείς ντυνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ντύνονταν
Αόριστος
εγώ ντύθηκα
εσύ ντύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ντύθηκε
εμείς ντυθήκαμε
εσείς ντυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ντύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ντυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ντυθώ
εσύ ντυθείς
αυτός / αυτή / αυτό ντυθεί
εμείς ντυθούμε
εσείς ντυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ντυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ντύνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ντύσου
εσείς ντυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ντυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary